290 αποτελέσματα για «風»

風圧 ふうあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση ανέμου
風向き かざむき

ουσιαστικό

  1. 01 κατεύθυνση ανέμου
  2. 02 κατάσταση, εξέλιξη των πραγμάτων
  3. 03 διάθεση, ιδιοσυγκρασία
風体 ふうてい

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση, όψη, ενδυμασία
風が強い かぜがつよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 θυελλώδης, ανεμοδαρμένος
風呂敷 ふろしき N2

ουσιαστικό

  1. 01 φουροσίκι, ύφασμα περιτυλίγματος, υφασμάτινο περιτύλιγμα
風化 ふうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάβρωση, αλλοίωση λόγω καιρικών συνθηκών
  2. 02 ξεθώριασμα, λήθη (αναμνήσεων)
  3. 03 εξάνθηση, εξάνθημα (χημεία)
風潮 ふうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλίρροια, ρεύμα
  2. 02 τάση, ρεύμα
風車 ふうしゃ N1

ουσιαστικό

  1. 01 ανεμογεννήτρια, ανεμόμυλος
  2. 02 ανεμοστρόβιλος (παιχνίδι), ανεμόμυλος (παιχνίδι)
  3. 03 Clematis patens (είδος αναρριχητικού φυτού)
風流 ふうりゅう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 κομψότητα, γούστο, φινέτσα
風雨 ふうう

ουσιαστικό

  1. 01 άνεμος και βροχή
  2. 02 καταιγίδα
風通し かぜとおし

ουσιαστικό

  1. 01 αερισμός
  2. 02 επικοινωνία (εντός ενός οργανισμού), διαφάνεια
風の吹き回し かぜのふきまわし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τύχη, απρόσμενη ευνοϊκή εξέλιξη, (περίεργη) τροπή των γεγονότων
風変わり ふうがわり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράξενος, περίεργος, ασυνήθιστος, εκκεντρικός, ιδιόρρυθμος
風上 かざかみ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά του ανέμου, αντίθετα προς τη φορά του ανέμου
風に吹かれて かぜにふかれて

ουσιαστικό

  1. 01 φυσώντας στον άνεμο
風穴 かざあな

ουσιαστικό

  1. 01 οπή αερισμού, αεραγωγός
  2. 02 βαθιά σπηλιά από την οποία φυσά κρύος άνεμος
風切り音 かざきりおん

ουσιαστικό

  1. 01 θόρυβος ανέμου
風鈴 ふうりん

ουσιαστικό

  1. 01 φούριν, ανεμοκώδωνο
風呂から上がる ふろからあがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βγαίνω από το μπάνιο
風評 ふうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 φήμη, κουτσομπολιό, φημολογία, διάδοση