47 αποτελέσματα για «飯»

飯テロ めしテロ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οπτικό υλικό με λαχταριστά φαγητά (δηλαδή ελκυστικές φωτογραφίες φαγητού), η πράξη του να προκαλείς τον πεινασμένο πληθυσμό δημοσιεύοντας τέτοιο οπτικό υλικό (μέσι τέρο)
飯台 はんだい

ουσιαστικό

  1. 01 χαντάι, χαμηλό ιαπωνικό τραπέζι φαγητού
飯盛女 めしもりおんな

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια σε πανδοχείο που εξυπηρετούσε πελάτες και εργαζόταν ως ιερόδουλη (περίοδος Έντο)
飯の食い上げ めしのくいあげ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απώλεια του βιοποριστικού μέσου
飯椀 めしわん

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα ρυζιού
飯盛り めしもり

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια (σε πανδοχείο της περιόδου Έντο)
飯事をする ままごとをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίζω κουζινικά
飯蛸 いいだこ

ουσιαστικό

  1. 01 ιιδάκο (είδος χταποδιού, Octopus ocellatus)
飯落ち めしおち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσύνδεση από το διαδίκτυο για φαγητό
飯切り はんぎり

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινο σκεύος με επίπεδο πάτο για την προετοιμασία ρυζιού για σούσι
飯ウマ メシウマ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χαιρεκακία, η ευχαρίστηση που αντλεί κανείς από τις ατυχίες των άλλων
飯借 ままかり

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική σαρδέλα (Sardinella zunasi)
飯を蒸らす めしをむらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφήνω το μαγειρεμένο ρύζι να αχνίσει αφού σβήσω τη φωτιά
飯匙 いいがい

ουσιαστικό

  1. 01 κουτάλα ρυζιού
飯杓子 めしじゃくし

ουσιαστικό

  1. 01 κουτάλα σερβιρίσματος ρυζιού
飯桐 いいぎり

ουσιαστικό

  1. 01 ιντεσία η πολύκαρπος, ιντεσία
飯売女 めしうりおんな

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτρια σε πανδοχείο η οποία σέρβιρε πελάτες και εργαζόταν ως ιερόδουλη (περίοδος Έντο)
いい

ουσιαστικό

  1. 01 μαγειρεμένο ρύζι
飯蒸し いいむし

ουσιαστικό

  1. 01 κολλώδες ρύζι με επικάλυψη ψαριού (ή άλλης τροφής) που ατμίζεται
飯島虫喰 いいじまむしくい

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοσκόπος του Ιτζίμα (Phylloscopus ijimae), φυλλοσκόπος του Ίζου, ιτιδοφυλλοσκόπος του Ιτζίμα, φυλλοσκόπος του Ιτζίμα