25 αποτελέσματα για «飾»

飾り車 かざりぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 καζαριγκουρούμα, άμαξα διακοσμημένη με χρυσό, ασήμι, πολύτιμους λίθους κ.λπ., για χρήση από ευγενείς της περιόδου Χεϊάν
飾り鞍 かざりぐら

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό σαμάρι (καζαριγκούρα)
飾太刀 かざりたち

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό σπαθί για τελετουργική χρήση
飾り書き かざりがき

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητική γραφή, καλλιγραφικό στολίδι
  1. 01 διακοσμώ
  2. 02 στολίζω
  3. 03 στολίζω
  4. 04 ωραιοποιώ