79 αποτελέσματα για «養»
養殖場 ようしょくじょう
ουσιαστικό
- 01 ιχθυοτροφείο, εκτροφείο
養い親 やしないおや
ουσιαστικό
- 01 νονοί, ανάδοχοι
- 02 θετοί γονείς
養鶏 ようけい
ουσιαστικό
- 01 πτηνοτροφία, εκτροφή πουλερικών
養豚場 ようとんじょう
ουσιαστικό
- 01 χοιροτροφείο, φάρμα χοίρων
養鶏場 ようけいじょう
ουσιαστικό
- 01 πτηνοτροφείο, φάρμα εκτροφής κοτόπουλων
養家 ようか
ουσιαστικό
- 01 θετή οικογένεια
養老 ようろう
ουσιαστικό
- 01 μέριμνα για τους ηλικιωμένους, εξασφάλιση για τα γηρατειά
- 02 διαβίωση των γηρατειών με άνεση
- 03 εποχή Γιορό (17 Νοεμβρίου 717 - 4 Φεβρουαρίου 724)
養子に行く ようしにいく
άλλο, ρήμα
- 01 υιοθετούμαι, εισέρχομαι σε μια οικογένεια ως υιοθετημένο παιδί
養老院 ようろういん
ουσιαστικό
- 01 γηροκομείο, οίκος ευγηρίας
養親 ようしん
ουσιαστικό
- 01 θετός γονέας, υιοθετών γονέας, θετοί γονείς
養豚 ようとん
ουσιαστικό
- 01 χοιροτροφία
養護学校 ようごがっこう
ουσιαστικό
- 01 ειδικό σχολείο, σχολείο ειδικής αγωγής, σχολείο για παιδιά με σωματικές ή πνευματικές αναπηρίες
養蚕業 ようさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 σηροτροφία
養生法 ようじょうほう
ουσιαστικό
- 01 διαιτητική αγωγή, πρόγραμμα υγείας
養蜂箱 ようほうばこ
ουσιαστικό
- 01 κυψέλη
養蜂場 ようほうじょう
ουσιαστικό
- 01 μελισσοκομείο, μελισσόκηπος
養蜂家 ようほうか
ουσιαστικό
- 01 μελισσοκόμος
養殖池 ようしょくち
ουσιαστικό
- 01 ιχθυοτροφείο
養殖業 ようしょくぎょう
ουσιαστικό
- 01 υδατοκαλλιέργεια
養成校 ようせいこう
ουσιαστικό
- 01 σχολή κατάρτισης, επαγγελματική σχολή