134 αποτελέσματα για «首»
首を切る くびをきる
άλλο, ρήμα
- 01 απολύω από την εργασία, παύω από τα καθήκοντα
- 02 αποκεφαλίζω
首をすくめる くびをすくめる
άλλο, ρήμα
- 01 μαζεύω το κεφάλι μου, χαμηλώνω το κεφάλι μου, ανασηκώνω τους ώμους μου
首脳 しゅのう N1
ουσιαστικό
- 01 ηγέτης, αρχηγός, κεφαλή
- 02 σημαντικό τμήμα, καίριο κομμάτι
首を落とす くびをおとす
άλλο, ρήμα
- 01 αποκεφαλίζω
首が飛ぶ くびがとぶ
άλλο, ρήμα
- 01 απολύομαι, παύομαι από τα καθήκοντά μου
首を取る くびをとる
άλλο, ρήμα
- 01 αποκεφαλίζω, κόβω το κεφάλι κάποιου
- 02 καθαιρώ, ανατρέπω
首を吊る くびをつる
άλλο, ρήμα
- 01 απαγχονίζομαι
首都圏 しゅとけん
ουσιαστικό
- 01 Μητροπολιτική περιοχή του Τόκιο
- 02 μητροπολιτική περιοχή (πρωτεύουσας)
首位 しゅい
ουσιαστικό
- 01 πρώτη θέση, κορυφαία θέση, ηγετική θέση
首になる くびになる
άλλο, ρήμα
- 01 απολύομαι
- 02 αποκεφαλίζομαι
首なし くびなし
ουσιαστικό
- 01 ακέφαλος, αποκεφαλισμένος
首魁 しゅかい
ουσιαστικό
- 01 υποκινητής, εγκέφαλος, αρχηγός (μιας συνωμοσίας)
- 02 πρόδρομος, πρωτοπόρος
首級 しゅきゅう
ουσιαστικό
- 01 αποκεφαλισμένο κεφάλι εχθρού
首を長くする くびをながくする
άλλο, ρήμα
- 01 περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία, προσδοκώ με λαχτάρα
首脳会談 しゅのうかいだん
ουσιαστικό
- 01 σύνοδος κορυφής, συνάντηση ηγετών, διάσκεψη κορυφαίου επιπέδου
首長 しゅちょう
ουσιαστικό
- 01 επικεφαλής (ενός οργανισμού), αρχηγός
- 02 σεΐχης, εμίρης
首吊り くびつり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοχειρία δι' απαγχονισμού, άτομο που αυτοκτόνησε δι' απαγχονισμού
首にする くびにする
άλλο, ρήμα
- 01 απολύω (από την εργασία), διώχνω, αποπέμπω
首脳部 しゅのうぶ
ουσιαστικό
- 01 στελέχη, ανώτατη διοίκηση, διοικητικό όργανο
首を洗って待つ くびをあらってまつ
άλλο, ρήμα
- 01 περιμένω την τιμωρία μου, περιμένω τη μοίρα μου, πλένω τον λαιμό μου και περιμένω (δηλαδή την αποκεφάλισή μου)