31 αποτελέσματα για «騒»
騒く ぞめく
ρήμα
- 01 ξεφαντώνω, γλεντοκοπώ, διασκεδάζω
騒音レベル そうおんレベル
ουσιαστικό
- 01 στάθμη θορύβου
騒擾罪 そうじょうざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα της στάσης (ή της εξέγερσης)
騒人 そうじん
ουσιαστικό
- 01 ποιητής
騒る わわる
ρήμα
- 01 υψώνω τη φωνή μου, μιλώ θορυβωδώς, φωνάζω, κραυγάζω
騒音防止法 そうおんぼうしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος για τον περιορισμό της ηχορύπανσης
騒がせる さわがせる
ρήμα
- 01 αναστατώνω, προκαλώ ανησυχία, ταράζω, ενοχλώ
騒がれる さわがれる
ρήμα
- 01 γίνομαι αντικείμενο μεγάλου θορύβου, λατρεύομαι, περιζητούμαι
騒音性難聴 そうおんせいなんちょう
ουσιαστικό
- 01 προκληθείσα από τον θόρυβο βαρηκοΐα, επαγγελματική κώφωση από θόρυβο
騒音規制法 そうおんきせいほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ελέγχου της ηχορύπανσης
騒
- 01 θορυβώδης, φασαριόζικος
- 02 κάνω θόρυβο, κάνω φασαρία
- 03 φωνασκώ
- 04 ενοχλώ, διαταράσσω
- 05 ενθουσιάζω, αναστατώνω