87 αποτελέσματα για «魚»
魚の目 うおのめ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τύλος, κάλος (στο πόδι)
魚眼レンズ ぎょがんレンズ
ουσιαστικό
- 01 φακός fisheye
魚卵 ぎょらん
ουσιαστικό
- 01 αυγά ψαριού, χαβιάρι
魚油 ぎょゆ
ουσιαστικό
- 01 ιχθυέλαιο
魚心 うおごころ
ουσιαστικό
- 01 καλοσύνη, εύνοια, αγαθή διάθεση
魚座 うおざ
ουσιαστικό
- 01 ιχθύες (αστερισμός), το ζώδιο των Ιχθύων
- 02 συντεχνία ιχθυοπωλών
魚雷発射管 ぎょらいはっしゃかん
ουσιαστικό
- 01 τορπιλοσωλήνας
魚形 ぎょけい
ουσιαστικό
- 01 ψαρόμορφος, σε σχήμα ψαριού, ιχθυόμορφος
魚族 ぎょぞく
ουσιαστικό
- 01 ψάρια, ιχθύες
魚種 ぎょしゅ
ουσιαστικό
- 01 είδος ψαριού
魚捕り さかなとり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ψάρεμα, ειδικά με χρήση διχτυού ή παγίδας, πιάσιμο ψαριών
魚竜 ぎょりゅう
ουσιαστικό
- 01 ιχθυόσαυρος
魚鳥 ぎょちょう
ουσιαστικό
- 01 ψάρια και πουλιά
魚心あれば水心 うおごころあればみずごころ
άλλο
- 01 η καλοσύνη φέρνει καλοσύνη, το δούναι και λαβείν, αν το ψάρι είναι καλό με το νερό, το νερό θα είναι καλό με το ψάρι
魚体 ぎょたい
ουσιαστικό
- 01 σώμα ψαριού
魚偏 うおへん
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό ουοχέν (που σημαίνει ψάρι και τοποθετείται στα αριστερά ενός κάντζι)
魚雷艇 ぎょらいてい
ουσιαστικό
- 01 τορπιλάκατος
魚眼 ぎょがん
ουσιαστικό
- 01 ιχθυοφθαλμός
魚問屋 うおどんや
ουσιαστικό
- 01 χονδρέμπορος ψαριών
魚粉 ぎょふん
ουσιαστικό
- 01 ιχθυάλευρο