42 αποτελέσματα για «鳴»
鳴りを静める なりをしずめる
άλλο, ρήμα
- 01 ησυχάζω, σωπαίνω
- 02 σταματώ τις δραστηριότητες, αδρανοποιούμαι, μένω στο παρασκήνιο, κρατώ χαμηλό προφίλ
鳴きたてる なきたてる
ρήμα
- 01 κελαηδώ δυνατά (έντομα, πουλιά κ.λπ.), τραγουδώ θορυβωδώς
鳴き鳥 なきどり
ουσιαστικό
- 01 ωδικό πτηνό, πουλί με όμορφη φωνή
鳴鐘 めいしょう
ουσιαστικό
- 01 χτύπημα καμπάνας (σε ναό)
鳴き砂 なきすな
ουσιαστικό
- 01 κελαηδιστή άμμος (που παράγει ήχο όταν την πατάμε), συριστική άμμος, τριζάτη άμμος, γαβγίζουσα άμμος
鳴り鏑 なりかぶら
ουσιαστικό
- 01 βέλος με προσαρμοσμένο σφύριγμα, βέλος-σφύριχτρα που χρησιμοποιείται για την έναρξη της μάχης
鳴門金時 なるときんとき
ουσιαστικό
- 01 ναρούτο κιντόκι, γλυκοπατάτα που καλλιεργείται σε αμμώδες έδαφος
鳴禽類 めいきんるい
ουσιαστικό
- 01 μεικινρούι (υποτάξη των ωδικών πτηνών), ωδικά πτηνά
鳴管 めいかん
ουσιαστικό
- 01 σύριγγα (το φωνητικό όργανο των πτηνών), κάτω λάρυγγας
鳴子百合 なるこゆり
ουσιαστικό
- 01 ναρουκογιούρι (φυτό του γένους Πολύγωνο το δρεπανωτό)
鳴き頻る なきしきる
ρήμα
- 01 κελαηδώ ή τρίζω ακατάπαυστα (συνήθως για έντομα ή πουλιά)
鳴禽 めいきん
ουσιαστικό
- 01 ωδικό πτηνό, μεικίν
鳴門巻 なるとまき
ουσιαστικό
- 01 ναρουτομάκι, καμαμπόκο με σπειροειδές μοτίβο που θυμίζει δίνη
鳴く猫は鼠を捕らぬ なくねこはねずみをとらぬ
άλλο
- 01 τα άδεια βαρέλια κάνουν τον περισσότερο θόρυβο, ο γάτος που νιαουρίζει δεν πιάνει ποντίκια
鳴り分け なりわけ
ουσιαστικό
- 01 διακριτικοί ήχοι κλήσης
鳴門若布 なるとわかめ
ουσιαστικό
- 01 ναρούτο βακάμε, ήπιας γεύσης βακάμε από τον νομό Τοκουσίμα
鳴りとどろく なりとどろく
ρήμα
- 01 αντηχώ, ηχώ, αντηχώ δυνατά
鳴嚢 めいのう
ουσιαστικό
- 01 φωνητικός σάκος (στους βατράχους)
鳴く蝉よりも鳴かぬ蛍が身を焦がす なくせみよりもなかぬほたるがみをこがす
άλλο, ρήμα
- 01 όποιος δεν έχει ουσία κάνει τον περισσότερο θόρυβο, η σιωπηλή πυγολαμπίδα καίγεται με περισσότερο πάθος από το τζιτζίκι που τσιρίζει
鳴き止む なきやむ
ρήμα
- 01 σταματώ να βγάζω ήχους (για ζώο), σταματώ να κελαηδώ, σταματώ να κλαίω