34 αποτελέσματα για «鶏»
鶏口 けいこう
ουσιαστικό
- 01 στόμα κότας
- 02 ηγέτης μικρής ομάδας
鶏ミンチ とりミンチ
ουσιαστικό
- 01 κιμάς κοτόπουλου
鶏群 けいぐん
ουσιαστικό
- 01 κοπάδι από κότες
鶏鳴狗盗 けいめいくとう
ουσιαστικό
- 01 άτομο που καταφεύγει σε μικροπρέπειες, άτομο μικρού αναστήματος που είναι ικανό μόνο για ασήμαντα τεχνάσματα
鶏群の一鶴 けいぐんのいっかく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 εξαίρετος ανάμεσα σε μέτριους, άνθρωπος που ξεχωρίζει από το πλήθος, φωτεινή εξαίρεση σε μια μάζα ομοίων
鶏蛋 けいたん
ουσιαστικό
- 01 αυγό κότας (ειδικά στην κινεζική κουζίνα)
鶏皮 とりかわ
ουσιαστικό
- 01 κοτόπουλο πέτσα (κυρίως στη μαγειρική)
- 02 δέρμα πτηνού
鶏冠海苔 とさかのり
ουσιαστικό
- 01 μεριστόθεκα η θηλώδης (είδος βρώσιμου κόκκινου φυκιού)
鶏口となるも牛後となる勿れ けいこうとなるもぎゅうごとなるなかれ
άλλο
- 01 καλύτερα πρώτος στο χωριό παρά τελευταίος στην πόλη, προτιμότερο να είσαι το κεφάλι του σκύλου παρά η ουρά του λιονταριού, προτιμότερο να είσαι το στόμα της κότας παρά η ουρά της αγελάδας
鶏眼 けいがん
ουσιαστικό
- 01 τύλος, κάλος
鶏蜱 わくも
ουσιαστικό
- 01 κοτόψειρα (Dermanyssus gallinae), ακάρεα των ορνίθων
鶏痘 けいとう
ουσιαστικό
- 01 ευλογιά των πτηνών
鶏油 チーユ
ουσιαστικό
- 01 λίπος κοτόπουλου, έλαιο κοτόπουλου
鶏
- 01 κοτόπουλο