46 αποτελέσματα για «鹿»
鹿児島大学 かごしまだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Καγκοσίμα
鹿追 しかおい
ουσιαστικό
- 01 αρθρωτό μπαμπού κύπελλο ή λούκι νερού, το οποίο παράγει περιοδικά έναν κρουστό ήχο καθώς ανατρέπεται
鹿猿 しかざる
ουσιαστικό
- 01 πήλινο παιχνίδι που απεικονίζει έναν πίθηκο να κάθεται πάνω σε ένα ελάφι (συχνά κουδουνάκι)
鹿の子絞り かのこしぼり
ουσιαστικό
- 01 ύφασμα βαμμένο με κηλιδωτό μοτίβο
鹿尾菜 ひじき
ουσιαστικό
- 01 χιτζίκι (σκούρο βρώσιμο φύκι, συνήθως πωλείται σε αποξηραμένες μαύρες λωρίδες· Hizikia fusiformis)
鹿猪 しかいのしし
ουσιαστικό
- 01 μπαμπιρούσα (Babyrousa babyrussa)
鹿の子斑 かのこまだら
ουσιαστικό
- 01 μοτίβο λευκών κηλίδων, πιτσιλωτό
鹿の子餅 かのこもち
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κανόκο μότσι, μότσι που περιέχει πάστα κόκκινων φασολιών
鹿を追う者は山を見ず しかをおうものはやまをみず
άλλο
- 01 το πάθος είναι κακός σύμβουλος, όποιος κυνηγάει το ελάφι δεν βλέπει το βουνό
鹿の角切り しかのつのきり
ουσιαστικό
- 01 τελετή κοπής κεράτων ελαφιού (πραγματοποιείται στη Νάρα μεταξύ τέλους Οκτωβρίου και αρχών Νοεμβρίου)
鹿子 かこ
ουσιαστικό
- 01 ελάφι, ελαφάκι
鹿子の木 かごのき
ουσιαστικό
- 01 λίτσεα η κορεατική (είδος δέντρου της οικογένειας της δάφνης)
鹿火屋 かびや
ουσιαστικό
- 01 καλύβα όπου διατηρούνταν φωτιά για την απομάκρυνση ελαφιών, αγριογούρουνων κ.ά. από τα χωράφια, καλύβα όπου διατηρούνταν φωτιά για την απώθηση των κουνουπιών
鹿木 しかぎ
ουσιαστικό
- 01 απλό κάλυμμα για κυνήγι ελαφιών (οριζόντια κλαδιά και θάμνοι)
鹿の子編み かのこあみ
ουσιαστικό
- 01 πλέξη κανόκο (τύπου βρύα), πικέ
鹿杖 かせづえ
ουσιαστικό
- 01 διχαλωτό ραβδί
鹿茸 ろくじょう
ουσιαστικό
- 01 τριχωτό κέρας ελαφιού (χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική), βελούδινο κέρας ελαφιού
鹿踊り ししおどり
ουσιαστικό
- 01 χορός των ελαφιών, παραδοσιακός χορός με κοστούμια από τη βορειοανατολική Ιαπωνία
鹿の子百合 カノコユリ
ουσιαστικό
- 01 εντυπωσιακός κρίνος (Λίλιον το λαμπρόν), λαμπρός κρίνος
鹿屋体育大学 かのやたいいくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Εθνικό Πανεπιστήμιο Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού στο Κανόγια