89 αποτελέσματα για «麻»

麻糸 あさいと

ουσιαστικό

  1. 01 νήμα κάνναβης, λινό νήμα
麻雀牌 マージャンパイ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδιο μάτζονγκ
麻薬密売 まやくみつばい

ουσιαστικό

  1. 01 διακίνηση ναρκωτικών, εμπορία παράνομων ναρκωτικών ουσιών
麻の葉 あさのは

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό έμβλημα σε σχήμα φύλλου κάνναβης
  2. 02 μοτίβο που αποτελείται από πλεγμένα εξάγωνα
麻薬取引 まやくとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 διακίνηση ναρκωτικών, εμπόριο ναρκωτικών
麻薬組織 まやくそしき

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωμένο δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών, καρτέλ ναρκωτικών, κύκλωμα ναρκωτικών
麻婆茄子 マーボーなす

ουσιαστικό

  1. 01 μαμπό νάσου, τηγανητή μελιτζάνα με κιμά και καυτερή σάλτσα
麻の実 あさのみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος κάνναβης
麻薬取締法 まやくとりしまりほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ελέγχου ναρκωτικών
麻紙 まし

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί κάνναβης
麻裏 あさうら

ουσιαστικό

  1. 01 σανδάλια με σόλα από κάνναβη
麻薬常習 まやくじょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τοξικομανία
麻綱 あさづな

ουσιαστικό

  1. 01 κανναβόσχοινο
麻薬王 まやくおう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρόνος ναρκωτικών, έμπορος ναρκωτικών
麻薬密輸 まやくみつゆ

ουσιαστικό

  1. 01 διακίνηση ναρκωτικών
麻裏草履 あさうらぞうり

ουσιαστικό

  1. 01 σανδάλια με σόλα από κάνναβη
麻生派 あそうは

ουσιαστικό

  1. 01 φατρία Ασό (του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος), Σικόκαϊ
麻薬犬 まやくけん

ουσιαστικό

  1. 01 σκύλος ανίχνευσης ναρκωτικών
麻織 あさおり

ουσιαστικό

  1. 01 κανναβόπανο
麻実 おのみ

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος κάνναβης