23 αποτελέσματα για «鼓»

鼓膜炎 こまくえん

ουσιαστικό

  1. 01 τυμπανίτιδα, φλεγμονή του τυμπανικού υμένα
鼓膜張筋 こまくちょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 τενοντας του τυμπάνου
  1. 01 τύμπανο
  2. 02 χτυπάω
  3. 03 ξεσηκώνω, διεγείρω
  4. 04 συγκεντρώνω, συναθροίζω