37 αποτελέσματα για «鼠»

鼠径リンパ節 そけいリンパせつ

ουσιαστικό

  1. 01 βουβωνικός λεμφαδένας
鼠落し ねずみおとし

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα για ποντίκια
鼠鮫 ネズミザメ

ουσιαστικό

  1. 01 σαλαχοκαρχαρίας (Lamna ditropis)
鼠坊 ねずっぽ

ουσιαστικό

  1. 01 νεζούπο, ψάρι της οικογένειας Καλλιωνυμίδες, ειδικότερα το είδος Ρεπομουτσένους ριτσαρντσόνι
鼠子 ねずこ

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική τούγια (Thuja standishii)
鼠毛 ねずみげ

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτόγκριζο (χρώμα τριχώματος αλόγου)
鼠窃 そせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μικροκλέφτης
鼠カンガルー ねずみカンガルー

ουσιαστικό

  1. 01 ποντικοκαγκουρό (οποιοδήποτε μαρσιποφόρο της οικογένειας των Ποτοροΐδων, συμπεριλαμβανομένων των μπέτονγκ και των ποτορού)
鼠径腺 そけいせん

ουσιαστικό

  1. 01 βουβωνικός αδένας
鼠毒 そどく

ουσιαστικό

  1. 01 πυρετός από δάγκωμα αρουραίου, σοδόκου
鼠鯒 ねずみごち

ουσιαστικό

  1. 01 νεζουμιγκότσι (είδος δράκου, Repomucenus richardsonii), δράκος του Ρίτσαρντσον
鼠径リンパ肉芽腫 そけいリンパにくがしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αφροδίσιο λεμφοκοκκίωμα, βουβωνικό λεμφοκοκκίωμα
鼠径管 そけいかん

ουσιαστικό

  1. 01 βουβωνικός πόρος
鼠鹿 ねずみじか

ουσιαστικό

  1. 01 νεζουμιζίκα, ελαφοτράγουλο (είδη της οικογένειας Τραγουλίδες)
鼠麦 ねずみむぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ιταλική ζωοτροφική πόα (Lolium multiflorum), ετήσιο λόλιο, αυστραλιανό λόλιο, λόλιο βραχείας αμειψισποράς, λόλιο Βέστεργουολντς, ήρα
鼠桜 ねずみざくら

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική σημύδα η χοντρή (Betula grossa)
  1. 01 αρουραίος
  2. 02 ποντίκι
  3. 03 σκούρο γκρι