475 αποτελέσματα για «公»

公開文種別 こうかいぶんしゅべつ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος δημόσιου κειμένου
公開文表示版 こうかいぶんひょうじばん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια έκδοση εμφάνισης κειμένου
公衆サービス こうしゅうサービス

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιες υπηρεσίες
公衆データネットワーク こうしゅうデータネットワーク

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο δίκτυο δεδομένων
公衆メッセージ通信処理サービス こうしゅうメッセージつうしんしょりサービス

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία διαχείρισης δημόσιων μηνυμάτων
公衆回線 こうしゅうかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια γραμμή (σε αντίθεση με μια ιδιωτική ή μισθωμένη γραμμή)
公衆回線網 こうしゅうかいせんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο
公衆電線網 こうしゅうでんせんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο ενσύρματο δίκτυο
公衆電話網 こうしゅうでんわもう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο
公的公開識別子 こうてきこうかいしきべつし

ουσιαστικό

  1. 01 επίσημο δημόσιο αναγνωριστικό
公的公開識別子誤り こうてきこうかいしきべつしあやまり

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα επίσημου δημόσιου αναγνωριστικού
公労委 こうろうい

ουσιαστικό

  1. 01 Επιτροπή Εργασιακών Σχέσεων Δημόσιων Επιχειρήσεων και Εθνικών Οργανισμών
公労法 こうろうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί εργασιακών σχέσεων δημοσίων οργανισμών και κρατικών επιχειρήσεων
公理的方法 こうりてきほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματική μέθοδος
公共哲学 こうきょうてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια φιλοσοφία
公共施設管理公社 こうきょうしせつかんりこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος οργανισμός που συστάθηκε για τη διαχείριση δημόσιας εγκατάστασης
公共施設管理者 こうきょうしせつかんりしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διαχειριστής δημόσιων εγκαταστάσεων
公訴権 こうそけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξουσία άσκησης ποινικής δίωξης, δικαίωμα άσκησης κατηγορίας
公地 こうち

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια γη, κρατική γη
公所 おおやけどころ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική αυλή, κυβερνητικό γραφείο
  2. 02 αυτοκρατορική γη, δημόσια γη