539 αποτελέσματα για «出»

出力モード しゅつりょくモード

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος λειτουργίας εξόδου
出る釘は打たれる でるくぎはうたれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 το καρφί που προεξέχει δέχεται χτύπημα, όποιος ξεχωρίζει πολύ τιμωρείται
  2. 02 τα ψηλά δέντρα τα χτυπάει πολύ ο άνεμος, όσοι διαπρέπουν σε κάτι γίνονται αντιπαθείς
出来る限り早期 できるかぎりそうき

άλλο

  1. 01 όσο το δυνατόν συντομότερα, το συντομότερο δυνατό
出殻 でがら

ουσιαστικό

  1. 01 υπολείμματα (τσαγιού ή καφέ)
出版部数 しゅっぱんぶすう

ουσιαστικό

  1. 01 κυκλοφορία, αριθμός αντιτύπων
出好き でずき

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που του αρέσει να κυκλοφορεί έξω
出生名 しゅっしょうめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα γέννησης
出生地主義 しゅっしょうちしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα του εδάφους (αρχή της κτήσης ιθαγένειας λόγω τόπου γέννησης)
出炭 しゅったん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραγωγή γαιανθράκων
出来役 できやく

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμολογούμενος συνδυασμός που σχηματίζεται με κερδισμένα φύλλα, συνδυασμός φύλλων
出金額 しゅっきんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό επένδυσης ή συνεισφοράς
出題例 しゅつだいれい

ουσιαστικό

  1. 01 παράδειγμα θέματος εξετάσεων
出版目録 しゅっぱんもくろく

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος εκδόσεων
出光美術館 いでみつびじゅつかん

ουσιαστικό

  1. 01 Μουσείο Τεχνών Ιντεμίτσου
出足払い であしばらい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπρόσθια σάρωση ποδιού (τεχνική ρίψης στο τζούντο)
出っ尻 でっちり

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχοντα οπίσθια, μεγάλα οπίσθια
出額 でびたい

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχοντα φρύδια, εξέχον μέτωπο
出し値 だしね

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή αποστολής
出時 でどき

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα αναχώρησης
  2. 02 ώρα για αποχώρηση
出願書類 しゅつがんしょるい

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση, έγγραφα αίτησης, φάκελος κατάθεσης (για διπλώματα ευρεσιτεχνίας)