431 αποτελέσματα για «実»

実体集合 じったいしゅうごう

ουσιαστικό

  1. 01 σύνολο οντοτήτων
実体宣言 じったいせんげん

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση οντότητας
実体文 じったいぶん

ουσιαστικό

  1. 01 κειμενο οντοτητας
実体木 じったいぼく

ουσιαστικό

  1. 01 δέντρο οντότητας
実定国際法 じっていこくさいほう

ουσιαστικό

  1. 01 θετικό διεθνές δίκαιο
実業団体 じつぎょうだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματικός οργανισμός, επιχειρηματική εταιρεία, σώμα επιχειρηματιών
実施形態 じっしけいたい

ουσιαστικό

  1. 01 ενσάρκωση, υλοποίηση
実践理性の要請 じっせんりせいのようせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αιτήματα του πρακτικού λόγου
実稼働状態 じつかどうじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματικές συνθήκες λειτουργίας, συνθήκες πεδίου
実動車 じつどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 όχημα (αυτοκίνητο, μοτοσικλέτα, κ.λπ.) με κινητήρα που λειτουργεί
実体法 じったいほう

ουσιαστικό

  1. 01 ουσιαστικό δίκαιο
実年 じつねん

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματική ηλικία
  2. 02 ηλικία μεταξύ πενήντα και εβδομήντα ετών
実在気体 じつざいきたい

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματικό αέριο
実用数学技能検定 じつようすうがくぎのうけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 παγκόσμια πιστοποίηση μαθηματικών, τεστ πρακτικής επάρκειας στα μαθηματικά (τζιτσουγιό σουγκάκου γκινό κεντέι)
実字 じつじ

ουσιαστικό

  1. 01 καντζί με συγκεκριμένη σημασία
実験計画法 じっけんけいかくほう

ουσιαστικό

  1. 01 σχεδιασμός πειραμάτων, μεθοδολογία πειραματικού σχεδιασμού
実事求是 じつじきゅうぜ

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτική αναζήτηση της αλήθειας
実用英語技能検定 じつようえいごぎのうけんてい

ουσιαστικό

  1. 01 Τεστ πρακτικής επάρκειας στην αγγλική γλώσσα, τεστ STEP
実務家教員 じつむかきょういん

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτής με επαγγελματική σταδιοδρομία στο γνωστικό του αντικείμενο
実効感度 じっこうかんど

ουσιαστικό

  1. 01 λειτουργική ευαισθησία (ιδίως στη φωτογραφία), ενεργός ευαισθησία