1264 αποτελέσματα για «日»
日和見菌 ひよりみきん
ουσιαστικό
- 01 ευκαιριακό παθογόνο
日本自動車工業会 にほんじどうしゃこうぎょうかい
ουσιαστικό
- 01 Σύνδεσμος Ιαπωνικών Αυτοκινητοβιομηχανιών
日本国有鉄道 にほんこくゆうてつどう
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικοί Εθνικοί Σιδηρόδρομοι (1949-1987)
日野自動車 ひのじどうしゃ
ουσιαστικό
- 01 Χίνο Μότορς (συντ.)
日本叩き にほんたたき
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνοφοβία
日中勤務 にっちゅうきんむ
ουσιαστικό
- 01 εργασία κατά τη διάρκεια της ημέρας, πρωινή βάρδια
日朝修好条規 にっちょうしゅうこうじょうき
ουσιαστικό
- 01 Συνθήκη του Γκανγκουά (1876)
日本住血吸虫 にほんじゅうけつきゅうちゅう
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό σχιστόσωμα (schistosoma japonicum)
日本工業規格 にほんこうぎょうきかく
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνικά βιομηχανικά πρότυπα, JIS
日不見 ひみず
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός τυφλοπόντικας (Urotrichus talpoides)
日本文芸社 にほんぶんげいしゃ
ουσιαστικό
- 01 Νιχόν Μπουνγκεϊσά (εκδοτικός οίκος)
日本テニス協会 にほんテニスきょうかい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνική Ομοσπονδία Αντισφαίρισης
日西 にっせい
ουσιαστικό
- 01 Ιαπωνία και Ισπανία, ιαπωνο-ισπανικός
日本海流 にほんかいりゅう
ουσιαστικό
- 01 Ρεύμα της Ιαπωνίας, Ρεύμα Κουροσίο
日々に新たなり ひびにあらたなり
άλλο
- 01 βελτιώνομαι καθημερινά
日本型経営 にほんがたけいえい
ουσιαστικό
- 01 διοίκηση ιαπωνικού τύπου
日本語文字 にほんごもじ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός χαρακτήρας
日本貨物航空 にっぽんかもつこうくう
ουσιαστικό
- 01 Νιπόν Κάργκο Έαρλαϊνς
日語 にちご
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικά
日本語大辞典 にほんごだいじてん
ουσιαστικό
- 01 Νιχόνγκο Νταϊτζιτεν (ιαπωνικό λεξικό που εκδόθηκε από την Κόντανσα)