706 αποτελέσματα για «生»

生産過剰 せいさんかじょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερπαραγωγή
生死に関わる問題 せいしにかかわるもんだい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα ζωής και θανάτου
生成規則 せいせいきそく

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας παραγωγής
生体工学 せいたいこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 βιοϊατρική τεχνολογία
生汗 なまあせ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδρώτας που προκαλείται από φόβο, άγχος κ.λπ.
生酒 なまざけ

ουσιαστικό

  1. 01 απαστερίωτο σάκε
生まれ合わせる うまれあわせる

ρήμα

  1. 01 τυχαίνει να γεννηθώ (σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή)
生コン なまコン

ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμο σκυρόδεμα, υγρό μπετόν, νωπό σκυρόδεμα
生ゴム なまゴム

ουσιαστικό

  1. 01 ωμό καουτσούκ, ακατέργαστο καουτσούκ
生鮭 なまざけ

ουσιαστικό

  1. 01 φρέσκος σολομός, ανάλατος σολομός
  2. 02 ωμός σολομός
生殖医療 せいしょくいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 υποβοηθούμενη αναπαραγωγική τεχνολογία
生まれがいい うまれがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ευγενής καταγωγής, γόνος καλής οικογένειας
生麦事件 なまむぎじけん

ουσιαστικό

  1. 01 Επεισόδιο του Ναμαμούγκι (Αύγουστος 1862), επεισόδιο της Καναγκάουα, υπόθεση Ρίτσαρντσον
生番組 なまばんぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή εκπομπή, ζωντανό πρόγραμμα
生前退位 せいぜんたいい

ουσιαστικό

  1. 01 παραίτηση αυτοκράτορα από τον θρόνο (πριν από τον θάνατό του)
生々世々 しょうじょうせぜ

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 αιωνιότητα, για πάντα, ανά τους αιώνες
生理期間 せいりきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ημέρες εμμήνου ρύσης
生理休暇 せいりきゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 αναρρωτική άδεια περιόδου
生死観 せいしかん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίληψη για τη ζωή και τον θάνατο, στάση απέναντι στο ζην και το αποθνήσκειν
生まれのいい うまれのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ευγενής, γόνος καλής οικογένειας