417 αποτελέσματα για «空»
空似言葉 そらにことば
ουσιαστικό
- 01 παραπλανητική ομοιότητα λέξεων (λέξη που μοιάζει με άλλη σε διαφορετική γλώσσα αλλά έχει άλλη σημασία)
空中風力発電 くうちゅうふうりょくはつでん
ουσιαστικό
- 01 αερομεταφερόμενη αιολική παραγωγή ενέργειας, παραγωγή ενέργειας με χαρταετό
空走距離 くうそうきょり
ουσιαστικό
- 01 απόσταση αντίδρασης φρεναρίσματος, απόσταση καθυστέρησης φρένου
空走 くうそう
ουσιαστικό
- 01 κίνηση κατά την οποία εφαρμόζονται τα φρένα αλλά δεν έχουν αρχίσει ακόμα να επιβραδύνουν το όχημα
空走時間 くうそうじかん
ουσιαστικό
- 01 χρόνος καθυστέρησης πέδησης
空気ブレーキ くうきブレーキ
ουσιαστικό
- 01 αερόφρενο
空薬莢 からやっきょう
ουσιαστικό
- 01 άδειος κάλυκας, κενό φυσίγγιο
空港ターミナル くうこうターミナル
ουσιαστικό
- 01 τερματικός σταθμός αεροδρομίου
空き日 あきび
ουσιαστικό
- 01 ημέρα κατά την οποία ένας χώρος ή μια εγκατάσταση είναι διαθέσιμη για χρήση
- 02 ημέρα κατά την οποία κάποιος είναι ελεύθερος ή διαθέσιμος
空軍機 くうぐんき
ουσιαστικό
- 01 αεροσκάφος της πολεμικής αεροπορίας
空き樽 あきだる
ουσιαστικό
- 01 άδειο βαρέλι
空焼き からやき
ουσιαστικό
- 01 θέρμανση άδειου σκεύους για την αφαίρεση της αντισκωριακής επικάλυψης
- 02 προψήσιμο, ψήσιμο βάσης πίτας ή τάρτας πριν από την προσθήκη γέμισης
空き状況 あきじょうきょう
ουσιαστικό
- 01 διαθεσιμότητα (δωματίων, θέσεων στάθμευσης, ραντεβού κ.λπ.)
空中店舗 くうちゅうてんぽ
ουσιαστικό
- 01 κατάστημα σε όροφο πάνω από το ισόγειο
空孔 くうこう
ουσιαστικό
- 01 οπή (ηλεκτρονίου)
- 02 κενό (πλέγματος), κενή θέση
空格子点 くうこうしてん
ουσιαστικό
- 01 κενό πλέγματος
空間格子 くうかんこうし
ουσιαστικό
- 01 χωροδικτύωμα
空文字列 くうもじれつ
ουσιαστικό
- 01 κενή συμβολοσειρά, μηδενική συμβολοσειρά
空間計算量 くうかんけいさんりょう
ουσιαστικό
- 01 υπολογιστική πολυπλοκότητα χώρου
空気流 くうきりゅう
ουσιαστικό
- 01 ροή αέρα