403 αποτελέσματα για «非»

非正 ひせい

ουσιαστικό

  1. 01 μη θετικός (δηλαδή αρνητικός ή μηδενικός)
非営利法人 ひえいりほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 μη κερδοσκοπικός οργανισμός
非活性 ひかっせい

ουσιαστικό

  1. 01 ανενεργός, αδρανής
非難がましい ひなんがましい

επίθετο

  1. 01 επικριτικός, γεμάτος μομφή, που δείχνει δυσαρέσκεια
非バグ ひバグ

ουσιαστικό

  1. 01 μη σφάλμα (hibagu), συμπεριφορά που μπορεί να μοιάζει με σφάλμα, αλλά είναι εσκεμμένη
非正規化 ひせいきか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκανονικοποίηση
非がある ひがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω άδικο, φέρω ευθύνη, ευθύνομαι
非常ベル ひじょうベル

ουσιαστικό

  1. 01 κουδούνι κινδύνου, συναγερμός έκτακτης ανάγκης
非勢 ひせい

ουσιαστικό

  1. 01 μειονεκτική θέση
非時 ひじ

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος νηστείας μοναχού (από το μεσημέρι έως τις 4 π.μ. της επόμενης ημέρας), περίοδος νηστείας ιερέα
  2. 02 γεύμα που λαμβάνεται μετά το μεσημέρι, γεύμα που διακόπτει τη νηστεία
  3. 03 τροφή που προσφέρεται στους παρευρισκόμενους σε κηδεία
非時間的 ひじかんてき

επίθετο

  1. 01 αχρονικός
非の打ち所 ひのうちどころ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ελάττωμα, ψεγάδι, αδύνατο σημείο, μειονέκτημα
非常袋 ひじょうぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκος επιβίωσης, τσάντα έκτακτης ανάγκης
非腐食性 ひふしょくせい

ουσιαστικό

  1. 01 μη διαβρωτικός
非親告罪 ひしんこくざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα που διώκεται αυτεπάγγελτα, χωρίς να απαιτείται επίσημη καταγγελία
非常救済手続 ひじょうきゅうさいてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη διαδικασία ένδικης προσφυγής, έκτακτη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας
非常上告 ひじょうじょうこく

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη αναίρεση (προς το Ανώτατο Δικαστήριο), επείγουσα έφεση
非殺傷 ひさっしょう

άλλο

  1. 01 μη φονικός (π.χ. όπλο), μη θανατηφόρος
非社会性パーソナリティ障害 ひしゃかいせいパーソナリティしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας
非人道 ひじんどう

ουσιαστικό

  1. 01 απανθρωπιά