883 αποτελέσματα για «不»

不良行為 ふりょうこうい

ουσιαστικό

  1. 01 παραβατικότητα, παράπτωμα, ανάρμοστη συμπεριφορά, παραβατική συμπεριφορά
不惜身命 ふしゃくしんみょう

ουσιαστικό

  1. 01 αφιερώνω σώμα και ψυχή στις βουδιστικές διδασκαλίες, αφοσιώνομαι πλήρως στον βουδισμό
不善 ふぜん

ουσιαστικό

  1. 01 κακό, αμαρτία, κακία, πονηριά
不調法者 ぶちょうほうもの

ουσιαστικό

  1. 01 άτσαλος άνθρωπος, αδέξιος, άτομο χωρίς ιδιαίτερα ταλέντα (στις παραστατικές τέχνες), άτομο που δεν πίνει αλκοόλ, άτομο που δεν καπνίζει
不平分子 ふへいぶんし

ουσιαστικό

  1. 01 δυσαρεστημένο στοιχείο, δυσαρεστημένο (γκρινιάρικο) μέλος
不参 ふさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απουσία, μη παρουσία, μη εμφάνιση
不透明感 ふとうめいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση αβεβαιότητας, έλλειψη διαύγειας, αναποφασιστικότητα
不生産的 ふせいさんてき

επίθετο

  1. 01 μη παραγωγικός, άκαρπος
不仁 ふじん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σκληροκαρδία, απανθρωπιά
不羈 ふき

ουσιαστικό

  1. 01 ελευθερία, ανεξαρτησία, αυτονομία
不遇をかこつ ふぐうをかこつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραπονιέμαι για την άσχημη μοίρα μου
不織布 ふしょくふ

ουσιαστικό

  1. 01 μη υφασμένο ύφασμα
不精者 ぶしょうもの

ουσιαστικό

  1. 01 τεμπέλης, νωθρός άνθρωπος
不即不離 ふそくふり

ουσιαστικό

  1. 01 ουδέτερος, χωρίς δέσμευση
不在者 ふざいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 απών
不例 ふれい

ουσιαστικό

  1. 01 αδιαθεσία, ασθένεια
不生不滅 ふしょうふめつ

ουσιαστικό

  1. 01 ούτε γεννάται ούτε πεθαίνει
不如帰 ふじょき

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
不可得 ふかとく

ουσιαστικό

  1. 01 το ακατάληπτο (αυτό που δεν μπορεί να γίνει γνωστό)
不尽 ふじん

άλλο

  1. 01 θα γράψω πάλι σύντομα (επίλογος επιστολής κ.ά.), περισσότερα σε λίγο, με εκτίμηση, με φιλικούς χαιρετισμούς