422 αποτελέσματα για «分»

分がある ぶがある

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω προβάδισμα, έχω το πάνω χέρι, είμαι το φαβορί για τη νίκη
分離壁 ぶんりへき

ουσιαστικό

  1. 01 τοίχος διαχωρισμού (ειδικότερα το τείχος της Δυτικής Όχθης), διαχωριστικό εμπόδιο
分圧 ぶんあつ

ουσιαστικό

  1. 01 μερική πίεση
分娩予定日 ぶんべんよていび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία τοκετού, αναμενόμενη ημερομηνία γέννας, πιθανή ημερομηνία τοκετού
分をわきまえる ぶんをわきまえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γνωρίζω τη θέση μου
分断国家 ぶんだんこっか

ουσιαστικό

  1. 01 διαιρεμένο κράτος, χωρισμένη χώρα
分光連星 ぶんこうれんせい

ουσιαστικό

  1. 01 φασματοσκοπικός διπλός αστέρας
分圧器 ぶんあつき

ουσιαστικό

  1. 01 διαιρέτης τάσης, ποτενσιόμετρο
分庁舎 ぶんちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παράρτημα δημόσιας υπηρεσίας, κτιριακό συγκρότημα δημόσιας υπηρεσίας
分光写真機 ぶんこうしゃしんき

ουσιαστικό

  1. 01 φασματογράφος
分光測光 ぶんこうそっこう

ουσιαστικό

  1. 01 φασματοφωτομετρία
分角 ふんかく

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτό της μοίρας, πρώτο λεπτό της μοίρας
分析室 ぶんせきしつ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαστήριο αναλύσεων
分泌性下痢 ぶんぴつせいげり

ουσιαστικό

  1. 01 εκκριτική διάρροια
分割機 ぶんかつき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή τεμαχισμού, μηχανή διαχωρισμού, διαιρέτης, διαχωριστής
分解熱 ぶんかいねつ

ουσιαστικό

  1. 01 θερμότητα αποσύνθεσης
分子力学法 ぶんしりきがくほう

ουσιαστικό

  1. 01 μοριακή μηχανική
分離不安障害 ぶんりふあんしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή άγχους αποχωρισμού
分離不安症 ぶんりふあんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή άγχους αποχωρισμού
分からずじまい わからずじまい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παραμένω μυστήριο, παραμένω άγνωστο, παραμένω ανεξιχνίαστο