588 αποτελέσματα για «地»

地鳥 じどり

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικά προστατευόμενη φυλή κοτόπουλου, κοτόπουλο ελευθέρας βοσκής τοπικής παραδοσιακής καταγωγής, κρέας κοτόπουλου από τα προαναφερθέντα
  2. 02 τοπικά εκτρεφόμενο κοτόπουλο
地米 じまい

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικής παραγωγής ρύζι
地無し じなし

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα βαμμένο, κεντημένο ή αποτυπωμένο έτσι ώστε το αρχικό υλικό να καλύπτεται πλήρως
地肩 じがた

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική δύναμη ώμων
地獄の釜の蓋も開く じごくのかまのふたもあく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ακόμα και οι δαίμονες της κόλασης ξεκουράζονται κατά τη διάρκεια του Ομπόν και της Πρωτοχρονιάς
地域時刻 ちいきじこく

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική ώρα
地域的分布 ちいきてきぶんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακή κατανομή
地震探鉱 じしんたんこう

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμική έρευνα ορυκτών
地球化学 ちきゅうかがく

ουσιαστικό

  1. 01 γεωχημεία
地球ごま ちきゅうごま

ουσιαστικό

  1. 01 γυροσκόπιο
地形測量 ちけいそくりょう

ουσιαστικό

  1. 01 τοπογραφική αποτύπωση
地役権 ちえきけん

ουσιαστικό

  1. 01 δουλεία
地域冷暖房 ちいきれいだんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακός κλιματισμός, κοινοτικός κλιματισμός, τηλεθέρμανση και ψύξη
地蔵顔 じぞうがお

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο γαλήνιο και στρογγυλό, πρόσωπο χαρούμενο, πρόσωπο που μοιάζει με τον μποντισάτβα Τζίζο
地震地帯 じしんちたい

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμική ζώνη, σεισμική περιοχή
地所観念 じしょかんねん

ουσιαστικό

  1. 01 προσανατολισμός στον χρόνο και στον τόπο, επίγνωση της υφιστάμενης κατάστασης
地ビールレストラン じビールレストラン

ουσιαστικό

  1. 01 εστιατόριο που σερβίρει τοπική μπίρα, μικροζυθοποιία, ζυθοποιείο
地上標定機 ちじょうひょうていき

ουσιαστικό

  1. 01 θεοδόλιχος (πυροβολικό)
地上デジタルラジオ放送 ちじょうデジタルラジオほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 επίγεια ψηφιακή ραδιοφωνική μετάδοση
地球的問題 ちきゅうてきもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 παγκόσμιο πρόβλημα, παγκόσμιο ζήτημα