448 αποτελέσματα για «文»

文字コラ もじコラ

ουσιαστικό

  1. 01 εικόνα με επικάλυψη κειμένου
文はやりたし書く手は持たぬ ふみはやりたしかくてはもたぬ

άλλο

  1. 01 θέλω να στείλω ένα ερωτικό γράμμα αλλά δεν έχω το χέρι (τη δυνατότητα) να γράψω
文化譜 ぶんかふ

ουσιαστικό

  1. 01 μπουνκαφού, σύστημα ταμπλατούρας που χρησιμοποιείται στη μουσική για σαμισέν
文学少女 ぶんがくしょうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κορίτσι της λογοτεχνίας, κορίτσι που αγαπά τα βιβλία, βιβλιοφάγος
文房 ぶんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 μελέτη, βιβλιοθήκη
文献資料 ぶんけんしりょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλιογραφικές πηγές, αναφορές, υλικό τεκμηρίωσης
  2. 02 γραπτά κείμενα, έγγραφα
文化盗用 ぶんかとうよう

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμική οικειοποίηση
文房具店 ぶんぼうぐてん

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτοπωλείο, κατάστημα ειδών γραφικής ύλης
文化相 ぶんかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός Πολιτισμού
文量 ぶんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποσότητα κειμένου, όγκος γραπτού λόγου
文選読み もんぜんよみ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωση κειμένου σε κλασική κινεζική γλώσσα (kanbun) προφέροντας πρώτα την κινεζική ανάγνωση (on-yomi) μιας λέξης και στη συνέχεια την ιαπωνική της ερμηνεία (kun-yomi)
文つける あやつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 επινοώ ψευδή κατηγορία, βρίσκω αφορμή για καυγά
文学忌 ぶんがくき

ουσιαστικό

  1. 01 επέτειος θανάτου (συγγραφέα, ποιητή κ.λπ., συχνά με ειδική ονομασία), ημέρα μνήμης
文学館 ぶんがくかん

ουσιαστικό

  1. 01 λογοτεχνικό μουσείο, μουσείο λογοτεχνίας
文金高島田 ぶんきんたかしまだ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό γυναικείο χτένισμα που εμφανίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα (σήμερα ιδιαίτερα δημοφιλές σε παραδοσιακούς γάμους)
文化英雄 ぶんかえいゆう

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμικός ήρωας
文化的景観 ぶんかてきけいかん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτιστικό τοπίο
文化資産 ぶんかしさん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτιστικό αγαθό
文法家 ぶんぽうか

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματικός
文化依存症候群 ぶんかいそんしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμικά εξαρτώμενο σύνδρομο