456 αποτελέσματα για «白»

白丁 はくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρός σε ηλικία στράτευσης που δεν έχει υποβληθεί ακόμη σε στρατιωτική εκπαίδευση
  2. 02 άνθρωπος χωρίς τίτλο και βαθμό (στο σύστημα ριτσουριό), κοινός θνητός
  3. 03 υπηρέτης ντυμένος με λευκή στολή που μεταφέρει αντικείμενα για τον κύριό του
白人ナショナリズム はくじんナショナリズム

ουσιαστικό

  1. 01 λευκός εθνικισμός
白T しろティー

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό μπλουζάκι
白牌 はくパイ

ουσιαστικό

  1. 01 πλακίδιο λευκού δράκου
白詩 はくし

ουσιαστικό

  1. 01 ποίημα του Μπάι Τζουγί
白醤油 しろしょうゆ

ουσιαστικό

  1. 01 σιροσόγιου, ανοιχτόχρωμη σάλτσα σόγιας που παρασκευάζεται με περισσότερο αλεύρι και λιγότερους σπόρους σόγιας από την κοινή σάλτσα σόγιας
白帯 しろおび

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή ζώνη
  2. 02 λευκή ζώνη
  3. 03 λευκόρροια
白天 しろてん

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό τηγανητό καμαμπόκο
白血球増加 はっけっきゅうぞうか

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοκυττάρωση
白血球減少 はっけっきゅうげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοπενία
白血球減少症 はっけっきゅうげんしょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκοπενία
白人参 しろにんじん

ουσιαστικό

  1. 01 παστινάκη (Pastinaca sativa)
白アスパラガス しろアスパラガス

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό σπαράγγι
白村江の戦い はくそんこうのたたかい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μάχη του Χακουσονκό (663)
白番 しろばん

ουσιαστικό

  1. 01 παίκτης με τα λευκά
白鹿 はくろく

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό ελάφι
白鹿毛 しろかげ

ουσιαστικό

  1. 01 υπόλευκο καφετί χρώμα (χρώμα τριχώματος ίππου)
白玲 はくれい

ουσιαστικό

  1. 01 Χακουρέι (ένας από τους οκτώ σημαντικότερους επαγγελματικούς τίτλους στο σόγκι για γυναίκες)
白扇潮招 ハクセンシオマネキ

ουσιαστικό

  1. 01 χιονοκάβουρας (Austruca lactea)
白球を追う はっきゅうをおう

άλλο, ρήμα

  1. 01 ασχολούμαι με το μπέιζμπολ (ή το σόφτμπολ, κλπ.)