526 αποτελέσματα για «下»

下意上達 かいじょうたつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορά των απόψεων των υφισταμένων προς την ιεραρχική ανώτερη διοίκηση
下駄履き住宅 げたばきじゅうたく

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία με υπερυψωμένο ισόγειο που χρησιμοποιείται για εμπορικές δραστηριότητες (γκέτα-μπάκι τζούτακου)
下慣らし したならし

ουσιαστικό

  1. 01 προπαρασκευαστική δραστηριότητα
下り便 くだりびん

ουσιαστικό

  1. 01 τρένο που κινείται προς την επαρχία, τρένο αναχώρησης από την πρωτεύουσα
下位範疇化 かいはんちゅうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκατηγοριοποίηση
下位範疇化原理 かいはんちゅうかげんり

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή υποκατηγοριοποίησης
下位範疇化素性 かいはんちゅうかそせい

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτηριστικό υποκατηγοριοποίησης
下絵の具 したえのぐ

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα υαλώματος (κάτω από το λούστρο)
下位バイト かいバイト

ουσιαστικό

  1. 01 σημαντικότερο byte (το byte με τη μικρότερη αξία)
下手捻り したてひねり

ουσιαστικό

  1. 01 υπομάσχαλη ρίψη με στρίψιμο
下り伝送速度 くだりでんそうそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα μετάδοσης δεδομένων προς τον χρήστη
下級財 かきゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 κατώτερα αγαθά (δηλαδή αγαθά για τα οποία η ζήτηση μειώνεται όταν αυξάνεται το εισόδημα του καταναλωτή)
下らん くだらん

άλλο

  1. 01 ασήμαντος, ευτελής, αμελητέος, που δεν αξίζει τον κόπο, ανάξιος λόγου, άχρηστος, άχρηστος άνθρωπος
  2. 02 ανόητος, ασυναρτησίες, παράλογος, χαζός, γελοίος
下らぬ くだらぬ

άλλο

  1. 01 ασήμαντος, ευτελής, επουσιώδης, χωρίς αξία, άχρηστος, ανάξιος λόγου
  2. 02 ανόητος, παράλογος, γελοίος, κουτός, χαζός
下綱 かこう

ουσιαστικό

  1. 01 υφομοταξία
下毛野 しもつけの

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική σπιραία (Spiraea japonica)
下って くだって

σύνδεσμος

  1. 01 ταπεινά
  2. 02 μετά από καιρό, αργότερα, από τότε μέχρι σήμερα (π.χ. μέχρι τις μέρες μας)
  3. 03 κατόπιν, ακολούθως
下りリンク くだりリンク

ουσιαστικό

  1. 01 ζεύξη προς τα εμπρός, ζεύξη καθόδου (downlink)
下位けたあふれ かいけたあふれ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχείλιση
下位ダイアログ かいダイアログ

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον παράθυρο διαλόγου