475 αποτελέσματα για «公»

公共の場 こうきょうのば

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος χώρος, δημόσια
公委 こうい

ουσιαστικό

  1. 01 επιτροπή δημόσιας ασφάλειας
公文式 くもんしき

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος Κουμόν (εκπαιδευτική μέθοδος)
公用収用 こうようしゅうよう

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική απαλλοτρίωση, επίσημη απαλλοτρίωση
公事方御定書 くじかたおさだめがき

ουσιαστικό

  1. 01 Κουτζικάτα Οσαδαμεγκάκι, νομικός κώδικας των Τοκουγκάβα του σόγκουν Γιοσιμούνε (που εισήχθη το 1742)
公職者 こうしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος λειτουργός, δημόσιος υπάλληλος
公開会社 こうかいがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια εταιρεία, εισηγμένη εταιρεία, εταιρεία με διαπραγματεύσιμες μετοχές
  2. 02 ιαπωνική μετοχική εταιρεία που δεν επιβάλλει περιορισμούς στη μεταβίβαση μετοχών
公認会計士法 こうにんかいけいしほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ορκωτών λογιστών
公害紛争処理法 こうがいふんそうしょりほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί διευθέτησης περιβαλλοντικών διαφορών
公害健康被害補償法 こうがいけんこうひがいほしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για την αποζημίωση των επιπτώσεων της ρύπανσης στην υγεία
公害防止事業費事業者負担法 こうがいぼうしじぎょうひじぎょうしゃふたんほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για την επιβάρυνση των επιχειρήσεων με το κόστος των έργων αντιρρύπανσης
公平性 こうへいせい

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιοσύνη, αμεροληψία
公訴事実 こうそじじつ

ουσιαστικό

  1. 01 πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το κατηγορητήριο, κατηγορούμενα περιστατικά
公安職 こうあんしょく

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος δημόσιας ασφάλειας (π.χ. αστυνομικοί, σωφρονιστικοί υπάλληλοι)
公衆電話ボックス こうしゅうでんわボックス

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος τηλεφωνικός θάλαμος, τηλεφωνείο
公共トイレ こうきょうトイレ

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσια τουαλέτα, κοινόχρηστα αποχωρητήρια
公園課 こうえんか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα πάρκων (π.χ. μιας δημοτικής διοίκησης), διεύθυνση πάρκων
公園道路 こうえんどうろ

ουσιαστικό

  1. 01 κοεντόρο, δρόμος που διασχίζει πάρκο
公認読手 こうにんどくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιημένος αναγνώστης (στο καρούτα), πιστοποιημένος απαγγελέας
公認心理師 こうにんしんりし

ουσιαστικό

  1. 01 αδειούχος ψυχολόγος, πιστοποιημένος δημόσιος ψυχολόγος