594 αποτελέσματα για «天»

天に二物を与えられた てんににぶつをあたえられた

άλλο

  1. 01 προικισμένος με δύο χαρίσματα (συνήθως ομορφιά και ευφυΐα)
天文薄明 てんもんはくめい

ουσιαστικό

  1. 01 αστρονομικό λυκόφως
天真流露 てんしんりゅうろ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση (αποκάλυψη) της φυσικής ειλικρίνειας (αφέλειας) κάποιου
天然果実 てんねんかじつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυσικοί καρποί
天師道 てんしどう

ουσιαστικό

  1. 01 τενσιτό, δρόμος των ουράνιων διδασκάλων (αρχαίο κινεζικό ταοϊστικό κίνημα γνωστό αρχικά ως ο δρόμος των πέντε μέτρων ρυζιού)
天狗物 てんぐもの

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορία έργων νο όπου ένας τένγκου απεικονίζεται ως κεντρικός χαρακτήρας, έργο με καλικάντζαρο
天瓜粉 てんかふん

ουσιαστικό

  1. 01 ταλκ
天敵関係 てんてきかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 σχέση θηρευτή και θηράματος
天ぬき てんぬき

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 τέννουκι (τηγανητά λαχανικά ή θαλασσινά τύπου τεμπούρα σε ζωμό σόμπα χωρίς τα ζυμαρικά)
  2. 02 έλλειψη του βασικού συστατικού
天喜 てんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Τένγκι (11 Ιανουαρίου 1053 – 29 Αυγούστου 1058)
天頂距離 てんちょうきょり

ουσιαστικό

  1. 01 ζεθιθιαία απόσταση
天干 てんかん

ουσιαστικό

  1. 01 ουράνιοι μίσχοι (δέκα σημεία του κινεζικού ημερολογίου)
天与の資 てんよのし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φυσικό χάρισμα, έμφυτη ικανότητα
天正カルタ てんしょうカルタ

ουσιαστικό

  1. 01 τενσό καρούτα, η πρώτη ιαπωνική τράπουλα που κατασκευάστηκε εγχώρια, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στις τράπουλες με λατινικά σύμβολα που έφεραν οι Πορτογάλοι
天地晦冥 てんちかいめい

άλλο

  1. 01 ο κόσμος καλύπτεται από σκοτάδι, τα πάντα βυθίζονται στο σκοτάδι
天下の宝刀 てんかのほうとう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έσχατη λύση, κρυφό χαρτί
天気運 てんきうん

ουσιαστικό

  1. 01 καιρικές συνθήκες
天聞 てんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορική γνώση
天位 てんい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικός θρόνος
天狗話 てんぐばなし

ουσιαστικό

  1. 01 καυχησιολογική ιστορία
  2. 02 ιστορία σχετικά με τεγκού