430 αποτελέσματα για «心»

心臓炎 しんぞうえん

ουσιαστικό

  1. 01 καρδίτιδα
心理療法士 しんりりょうほうし

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχοθεραπευτής
心理療法家 しんりりょうほうか

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχοθεραπευτής
心界 しんかい

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικός κόσμος, νοητικός κόσμος
心内膜 しんないまく

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοκάρδιο
心神喪失者 しんしんそうしつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με ψυχική διαταραχή, άτομο που στερείται πνευματικής ικανότητας, άτομο νομικά ανίκανο (non-compos mentis)
心神喪失者等医療観察法 しんしんそうしつしゃとういりょうかんさつほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος για την ιατρική περίθαλψη και θεραπεία ατόμων που έχουν διαπράξει σοβαρά αδικήματα υπό κατάσταση πνευματικής διαταραχής (σίνσιν σοσίτσουσά το ίριο κανσάτσου χο)
心理臨床家 しんりりんしょうか

ουσιαστικό

  1. 01 κλινικός ψυχολόγος, ψυχοθεραπευτής
心スポ しんスポ

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία όπου φημολογείται ότι εμφανίζονται συχνά πνεύματα και φαντάσματα, στοιχειωμένο μέρος
  1. 01 καρδιά
  2. 02 νου
  3. 03 πνεύμα
  4. 04 ριζικό καρδιά (αριθ. 61)