522 αποτελέσματα για «新»
新象牙 しんぞうげ
ουσιαστικό
- 01 πλαστικό που μοιάζει με ελεφαντόδοντο (χρησιμοποιείται για πλακίδια ματζόνγκ, πιόνια σόγκι, κ.λπ.)
新仏教運動 しんぶっきょううんどう
ουσιαστικό
- 01 κίνημα των Ντάλιτ Βουδιστών, νεοβουδιστικό κίνημα
新しいページを加える あたらしいページをくわえる
άλλο, ρήμα
- 01 προσθέτω μια νέα σελίδα (π.χ. στα χρονικά της ιστορίας)
新涼灯火 しんりょうとうか
άλλο
- 01 η δροσιά των αρχών του φθινοπώρου που ευνοεί το διάβασμα
新肌 にいはだ
ουσιαστικό
- 01 δέρμα όπου έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή δύο εραστές
新型ウイルス しんがたウイルス
ουσιαστικό
- 01 νέος ιός, καινοφανής ιός
新築マンション しんちくマンション
ουσιαστικό
- 01 νεόδμητη πολυκατοικία, καινούργιο διαμέρισμα
新古マンション しんこマンション
ουσιαστικό
- 01 διαμέρισμα πολυκατοικίας που έχει χτιστεί πριν από πάνω από ένα χρόνο αλλά δεν έχει κατοικηθεί ποτέ
新世紀世代 しんせいきせだい
ουσιαστικό
- 01 millennials, γενιά των millenials
新婚夫婦 しんこんふうふ
ουσιαστικό
- 01 νεόνυμφο ζευγάρι, νιόπαντρο ζευγάρι
新展開 しんてんかい
ουσιαστικό
- 01 νέα εξέλιξη
新都心 しんとしん
ουσιαστικό
- 01 νέο αστικό κέντρο
新感覚派 しんかんかくは
ουσιαστικό
- 01 σχολή των νεοαισθησιακων (στη λογοτεχνία), νεοαισθησιακός
新フロイト派 しんフロイトは
ουσιαστικό
- 01 νεοφροϊδική σχολή, νεοφροϊδισμός
新ロマン主義 しんロマンしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 νεορομαντισμός
新写実主義 しんしゃじつしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 νεορεαλισμός
新印象主義 しんいんしょうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 νεοϊμπρεσιονισμός
新トマス説 しんトマスせつ
ουσιαστικό
- 01 νεοθωμισμός
新出語 しんしゅつご
ουσιαστικό
- 01 νέο λεξιλόγιο, καινούργια λέξη που εισάγεται (π.χ. σε ένα σχολικό εγχειρίδιο), λέξη προς εκμάθηση
新古車 しんこしゃ
ουσιαστικό
- 01 σχεδόν καινούργιο αυτοκίνητο (προς πώληση), προ-εγγεγραμμένο αυτοκίνητο, αυτοκίνητο επίδειξης