660 αποτελέσματα για «水»
水子地蔵 みずこじぞう
ουσιαστικό
- 01 άγαλμα του Κσιτιγκάρμπα που υψώνεται για να βοηθήσει τα αποβαλλόμενα και εκτρωθέντα έμβρυα να φτάσουν στη βουδική φώτιση
水蛸 みずだこ
ουσιαστικό
- 01 γιγάντιο χταπόδι του Ειρηνικού, γιγάντιο χταπόδι του βόρειου Ειρηνικού
水源涵養 すいげんかんよう
ουσιαστικό
- 01 διατήρηση υδάτινων πηγών, προστασία πηγών υδάτων, καλλιέργεια υδάτινων πηγών
水性ペンキ すいせいペンキ
ουσιαστικό
- 01 υδατοδιαλυτό χρώμα, πλαστικό χρώμα
水盛り みずもり
ουσιαστικό
- 01 αλφάδιασμα, χρήση αλφαδιού
水毒 すいどく
ουσιαστικό
- 01 υδροτοξίκωση (στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική, ασθένειες που προκαλούνται από την υπερβολική συσσώρευση νερού εντός του σώματος)
水腹 みずばら
ουσιαστικό
- 01 υδαρές στομάχι, το αίσθημα κορεσμού από την υπερβολική κατανάλωση νερού αντί τροφής
水心あれば魚心 みずごころあればうおごころ
άλλο
- 01 η ευγένεια φέρνει ευγένεια, αν με βοηθήσεις θα σε βοηθήσω, αν το νερό είναι ευνοϊκό για το ψάρι, το ψάρι θα είναι ευνοϊκό για το νερό
水化物 すいかぶつ
ουσιαστικό
- 01 ένυδρη ένωση
水泳者 すいえいしゃ
ουσιαστικό
- 01 κολυμβητής
水いぼ みずいぼ
ουσιαστικό
- 01 μολυσμωδική τέρμινθος, ιική λοίμωξη του δέρματος
水蟷螂 ミズカマキリ
ουσιαστικό
- 01 νεροκάμαχος, υδρόβιο έντομο που μοιάζει με σκορπιό
水量計 すいりょうけい
ουσιαστικό
- 01 υδρομετρητής
水産品 すいさんひん
ουσιαστικό
- 01 αλιευτικό προϊόν
水切り棚 みずきりだな
ουσιαστικό
- 01 στεγνωτήρας πιάτων, σχάρα στεγνώματος
水中ライト すいちゅうライト
ουσιαστικό
- 01 υποβρύχιος φακός κατάδυσης
水戻し みずもどし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μούλιασμα (αποξηραμένων προϊόντων) σε νερό
水素イオン指数 すいそイオンしすう
ουσιαστικό
- 01 pH, εκθέτης ιόντων υδρογόνου
水平展開 すいへいてんかい
ουσιαστικό
- 01 συμμετοχή ομάδων ομοτίμων
- 02 εφαρμογή σε παρεμφερή προϊόντα
- 03 λαϊκή βάση (για οργάνωση, ανάπτυξη, κίνημα)
水の餅 みずのもち
ουσιαστικό
- 01 μιζουνομότσι, το μοτσί που προσφέρεται κατά την άντληση του πρώτου νερού της χρονιάς