467 αποτελέσματα για «海»

海外転勤 かいがいてんきん

ουσιαστικό

  1. 01 μετάθεση στο εξωτερικό, διεθνής επαγγελματική μετεγκατάσταση
海外生活 かいがいせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαμονή στο εξωτερικό, ζωή στο εξωτερικό
海上保安庁法 かいじょうほあんちょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 Νόμος περί Λιμενικού Σώματος της Ιαπωνίας
海軍機 かいぐんき

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτικό αεροσκάφος, αεροσκάφος του ναυτικού
海牙 ハーグ

ουσιαστικό

  1. 01 Χάγη (Ολλανδία)
海軍力 かいぐんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτική ισχύς
海外派遣 かいがいはけん

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή στο εξωτερικό (για παράδειγμα, των Ιαπωνικών Δυνάμεων Αυτοάμυνας)
海賊行為 かいぞくこうい

ουσιαστικό

  1. 01 πειρατεία
海の駅 うみのえき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μαρίνα, θέση ελλιμενισμού, λιμάνι
海食柱 かいしょくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιος βράχος, ιστός διάβρωσης (θαλάσσιος στύλος)
海上自衛官 かいじょうじえいかん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος της Ναυτικής Δύναμης Αυτοάμυνας, αξιωματούχος της Ναυτικής Δύναμης Αυτοάμυνας
海上捕獲 かいじょうほかく

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσχεση στη θάλασσα (εχθρικού πλοίου ή φορτίου)
海水淡水化 かいすいたんすいか

ουσιαστικό

  1. 01 αφαλάτωση
海流発電 かいりゅうはつでん

ουσιαστικό

  1. 01 παραγωγή ενέργειας από θαλάσσια ρεύματα, ηλεκτροπαραγωγή από ωκεάνια ρεύματα
海老せんべい えびせんべい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπισενμπέι, κρακεράκι ρυζιού με γεύση γαρίδας
海老せん えびせん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπισενμπέι, αλμυρό κράκερ ρυζιού με γεύση γαρίδας
海湾 かいわん

ουσιαστικό

  1. 01 κόλπος, όρμος
海技 かいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτική τέχνη
海技士 かいぎし

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτικός αξιωματικός, αξιωματικός πλοίου
海鮮丼 かいせんどん

ουσιαστικό

  1. 01 καϊσεντόν, μπολ με ρύζι και θαλασσινά