456 αποτελέσματα για «白»

白濁液 はくだくえき

ουσιαστικό

  1. 01 σπέρμα, σπερματικό υγρό
白糸威 しろいとおどし

ουσιαστικό

  1. 01 δέσιμο πλακών με λευκά κορδόνια (σε παραδοσιακές πανοπλίες)
白カビチーズ しろかびチーズ

ουσιαστικό

  1. 01 τυρί με λευκή μούχλα (π.χ. καμεμπέρ)
白カビ しろかび

ουσιαστικό

  1. 01 μούχλα
  2. 02 λευκή μούχλα (π.χ. πενικίλλιο του Καμεμπέρ)
白ロシア語 はくロシアご

ουσιαστικό

  1. 01 λευκορωσική γλώσσα
白山三峰 はくさんさんみね

ουσιαστικό

  1. 01 Τρεις κορυφές του όρους Χακού (Γκοζενγκαμίνε, Κενγκαμίνε, Οοναντζιμίνε)
白朮 びゃくじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ριζωμα ατρακτυλίδας (χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή βοτανοθεραπεία)
白人コンプレックス はくじんコンプレックス

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπλεγμα λευκού, θαυμασμός για την εμφάνιση και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, κ.λπ.
白骨化 はっこつか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκελετοποίηση, μετατροπή σε σκελετό
白鴎 しろかもめ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκόγλαρος (Larus hyperboreus), μεγάλος γλάρος του Βορρά
白トラ しろトラ

ουσιαστικό

  1. 01 μη αδειοδοτημένο εμπορικό φορτηγό, εμπορικό φορτηγό που κυκλοφορεί με λευκές πινακίδες
白茶けた しらちゃけた

άλλο

  1. 01 ξεθωριασμένος, αποχρωματισμένος, κιτρινωπός (στο χρώμα του αχύρου), ανοιχτόχρωμος καφετής
白折 しらおれ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάι από κλαδάκια υψηλής ποιότητας φυτών τσαγιού (ιδιαίτερα γκιόκουρο), κουκίτσα υψηλής ποιότητας (ιδιαίτερα από γκιόκουρο)
白さび病 しろさびびょう

ουσιαστικό

  1. 01 λευκή σκωρίαση (φυτική ασθένεια)
白金耳 はっきんじ

ουσιαστικό

  1. 01 πλατινένιος κρίκος (εργαστηριακός εξοπλισμός), κρίκος εμβολιασμού, κρίκος μεταφοράς καλλιέργειας
白亜化 はくあか

ουσιαστικό

  1. 01 κιμωλίωση, ασβέστωση
白髪三千丈 はくはつさんぜんじょう

άλλο

  1. 01 πολυετές άγχος και στενοχώρια που προκαλούν το γκριζάρισμα των μαλλιών, τρεις χιλιάδες τζιο λευκών μαλλιών (εννέα χιλιόμετρα)
白抜き しろぬき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίστροφη εκτύπωση, εκτύπωση μόνο του φόντου
  2. 02 αντίστροφα εκτυπωμένο μοτίβο, αντίστροφα εκτυπωμένο κείμενο
白竹 しらたけ

ουσιαστικό

  1. 01 αποξηραμένο μπαμπού, λευκό μπαμπού
白根葵 シラネアオイ

ουσιαστικό

  1. 01 σιρανεαόι (είδος φυτού Glaucidium palmatum)