611 αποτελέσματα για «二»

二課勉強 にかべんきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μελέτη δύο μαθημάτων
二価 にか

ουσιαστικό

  1. 01 δισθενής
二元方程式 にげんほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 εξίσωση με δύο αγνώστους
二年生植物 にねんせいしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 διετές φυτό
二弦琴 にげんきん

ουσιαστικό

  1. 01 δίχορτο νιγκένκιν
二重価格制 にじゅうかかくせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διπλών τιμών, σύστημα διπλής τιμολόγησης
二極真空管 にきょくしんくうかん

ουσιαστικό

  1. 01 δίοδος
二成文系 にせいぶんけい

ουσιαστικό

  1. 01 δυαδικό σύστημα
二翻役 リャンファンヤク

ουσιαστικό

  1. 01 νικητήριο χέρι με διπλασιασμό της βαθμολογίας δύο φορές
二十四気 にじゅうしき

ουσιαστικό

  1. 01 τα 24 ηλιακά όρια που χωρίζουν το έτος στο παλαιό σεληνιακό ημερολόγιο
二重腰 ふたえごし

ουσιαστικό

  1. 01 κυρτή μέση, καμπούρα
二進一退 にしんいったい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δύο βήματα μπροστά, ένα βήμα πίσω
二兎 にと

ουσιαστικό

  1. 01 δύο λαγοί
二次粒子 にじりゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερογενές σωματίδιο
二十一箇条要求 にじゅういっかじょうようきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Είκοσι μία απαιτήσεις
二枚鑑札 にまいかんさつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατέχω δύο θέσεις ταυτόχρονα (ιδιαίτερα για παλαιστές σούμο ή διαιτητές που είναι και προπονητές)
二豎 にじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 δαίμονας της κακής υγείας, αρρώστια
二本立て映画 にほんだてえいが

ουσιαστικό

  1. 01 διπλή κινηματογραφική προβολή
二次体 にじたい

ουσιαστικό

  1. 01 δευτεροβάθμιο σώμα
二国間主義 にこくかんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διμερισμός