517 αποτελέσματα για «内»
内毒素 ないどくそ
ουσιαστικό
- 01 ενδοτοξίνη
内膳司 ないぜんし
ουσιαστικό
- 01 υπηρεσία υπεύθυνη για τα γεύματα του Αυτοκράτορα (σύστημα ριτσουριό)
内露地 うちろじ
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός κήπος τσαγιού (εντός της κεντρικής πύλης)
内教坊 ないきょうぼう
ουσιαστικό
- 01 τμήμα του αυτοκρατορικού παλατιού όπου εκπαιδεύονταν χορεύτριες (περίοδοι Νάρα και Χεϊάν)
内猫 うちねこ
ουσιαστικό
- 01 γάτα εσωτερικού χώρου, οικόσιτη γάτα
内外価格差 ないがいかかくさ
ουσιαστικό
- 01 διαφορά τιμής μεταξύ εγχώριας και ξένης αγοράς, απόκλιση εγχώριων και διεθνών τιμών
内中胚葉 ないちゅうはいよう
ουσιαστικό
- 01 ενδομεσόδερμα
内容美 ないようび
ουσιαστικό
- 01 ομορφιά του περιεχομένου (σε αντίθεση με τη μορφή), ουσιαστική ομορφιά
内容教科 ないようきょうか
ουσιαστικό
- 01 διδακτικό αντικείμενο περιεχομένου
内国産馬 ないこくさんば
ουσιαστικό
- 01 ίππος εγχώριας εκτροφής
内部リンク ないぶリンク
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός σύνδεσμος
内帯 ないたい
ουσιαστικό
- 01 περιοχή στην εσωτερική κοίλη πλευρά ενός ορεινού τόξου ή ενός ημισεληνοειδούς αρχιπελάγους
- 02 περιοχή της νοτιοδυτικής Ιαπωνίας βόρεια της Μέσης Τεκτονικής Γραμμής
内部被曝 ないぶひばく
ουσιαστικό
- 01 εσωτερική ακτινοβόληση (λόγω εισπνοής ή κατάποσης ραδιενεργών υλικών)
内嫌い うちぎらい
ουσιαστικό
- 01 άτομο που απεχθάνεται να μένει στο σπίτι
内在性レトロウイルス ないざいせいレトロウイルス
ουσιαστικό
- 01 ενδογενής ρετροϊός, ενδογενής ρετροϊός
内側毛帯 ないそくもうたい
ουσιαστικό
- 01 έσω λημνίσκος
内胚葉 ないはいよう
ουσιαστικό
- 01 ενδόδερμα
内閣告示 ないかくこくじ
ουσιαστικό
- 01 ανακοίνωση υπουργικού συμβουλίου, γνωστοποίηση υπουργικού συμβουλίου, επίσημη κυβερνητική δημοσίευση απόφασης κ.λπ.
内膜症性嚢胞 ないまくしょうせいのうほう
ουσιαστικό
- 01 ενδομητριωσική κύστη, ενδομητρίωμα, σοκολατοειδής κύστη
内紫 うちむらさき
ουσιαστικό
- 01 μωβ αχιβάδα της Ουάσιγκτον (Saxidomus purpurata)
- 02 είδος φράπας με κοκκινωπή-μωβ σάρκα