588 αποτελέσματα για «地»

地域ベルオペレーティング会社 ちいきベルオペレーティングがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακή εταιρεία λειτουργίας τηλεπικοινωνιών (ΗΠΑ), περιφερειακή εταιρεία Bell
地域ベル電話会社 ちいきベルでんわがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακή εταιρεία τηλεπικοινωνιών Bell, RBOC
地域電話サービス ちいきでんわサービス

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική τηλεφωνική υπηρεσία
地域電話会社 ちいきでんわがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τοπική τηλεφωνική εταιρεία
地域郵便属性 ちいきゆうびんぞくせい

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικά ταχυδρομικά χαρακτηριστικά
地点遠隔地 ちてんえんかくち

ουσιαστικό

  1. 01 απομακρυσμένη τοποθεσία
生めよ、殖えよ、地に満てよ うめよ、ふえよ、ちにみてよ

άλλο

  1. 01 αυξάνεστε και πληθύνεστε και γεμίστε τη γη
地百足 じむかで

ουσιαστικό

  1. 01 χαρριμανέλλα η στελλέρειος (Harrimanella stelleriana)
地無し管 じなしかん

ουσιαστικό

  1. 01 φλάουτο από μπαμπού χωρίς εσωτερική επίστρωση
地球環境保全関係閣僚会議 ちきゅうかんきょうほぜんかんけいかくりょうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργικό συμβούλιο για τη διατήρηση του παγκόσμιου περιβάλλοντος
地図学 ちずがく

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτογραφία
地球質量 ちきゅうしつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μάζα της Γης (αστρονομική μονάδα μέτρησης μάζας)
地弾き じびき

ουσιαστικό

  1. 01 μουσικός που παίζει σαμισέν κατά τη διάρκεια της πρόβας χορού
  2. 02 συνοδεία με σαμισέν
地財法 ちざいほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί οικονομικών της τοπικής αυτοδιοίκησης
地公企法 ちこうきほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί τοπικών δημόσιων επιχειρήσεων
地方公営企業法 ちほうこうえいきぎょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί τοπικών δημόσιων επιχειρήσεων
地火炉 じかろ

ουσιαστικό

  1. 01 χωνευτό τζάκι, χαμηλωμένη εστία
地域主権改革 ちいきしゅけんかいかく

ουσιαστικό

  1. 01 μεταρρύθμιση περιφερειακής κυριαρχίας (αποκέντρωση της εξουσίας στις τοπικές κυβερνήσεις)
地上茎 ちじょうけい

ουσιαστικό

  1. 01 επιγείος βλαστός, φυτικός βλαστός που αναπτύσσεται πάνω από το έδαφος
地震観測網 じしんかんそくもう

ουσιαστικό

  1. 01 σεισμικό δίκτυο, σεισμική συστοιχία