518 αποτελέσματα για «外»

外交行嚢 がいこうこうのう

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματικός σάκος
外交封印袋 がいこうふういんぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματικός σάκος
外気冷房 がいきれいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ψύξη με εξωτερικό αέρα
外書き そとがき

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική αναγραφή
  2. 02 εξωτερικό κείμενο, εξωτερική εγγραφή
外つ国 とつくに

ουσιαστικό

  1. 01 ξένη χώρα
  2. 02 επαρχία εκτός Κινάι
外婚制 がいこんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξωγαμία
外毒素 がいどくそ

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτοξίνη, εξωκυτταρική τοξίνη
外部バス がいぶバス

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικός δίαυλος
外イキ そとイキ

ουσιαστικό

  1. 01 κλειτοριδικός οργασμός
外干し そとぼし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άπλωμα (ρούχων κ.λπ.) σε εξωτερικό χώρο
外出許可 がいしゅつきょか

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια εξόδου (για νοσηλευόμενο ασθενή κ.λπ.)
外交筋 がいこうすじ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματική πηγή
外国資本 がいこくしほん

ουσιαστικό

  1. 01 ξένο κεφάλαιο
外交公電 がいこうこうでん

ουσιαστικό

  1. 01 διπλωματικό τηλεγράφημα, διπλωματικό έγγραφο
外コン がいコン

ουσιαστικό

  1. 01 ξένη εταιρεία συμβούλων, ξένη επιχείρηση παροχής συμβουλών
外皮系 がいひけい

ουσιαστικό

  1. 01 δερματικό σύστημα
外貨建て保険 がいかだてほけん

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια σε ξένο νόμισμα
外モンゴル そとモンゴル

ουσιαστικό

  1. 01 Εξωτερική Μογγολία
外開き そとびらき

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιγόμενος προς τα έξω (για πόρτα ή παράθυρο)
外扉 そととびら

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική πόρτα