479 αποτελέσματα για «気»

気圧の谷 きあつのたに

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κοιλάδα χαμηλής πίεσης
気候変動に関する国際連合枠組条約 きこうへんどうにかんするこくさいれんごうわくぐみじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή
気候正義 きこうせいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κλιματική δικαιοσύνη, η κλιματική αλλαγή ως ηθικό και πολιτικό ζήτημα
気をそそる きをそそる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διεγείρω το ενδιαφέρον κάποιου, προκαλώ το ενδιαφέρον κάποιου
気持ちを切り替える きもちをきりかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αλλάζω διάθεση, αλλάζω ψυχολογία, αφήνω πίσω μου τα συναισθήματα, προχωράω παρακάτω
気化爆弾 きかばくだん

ουσιαστικό

  1. 01 εκρηκτικό αερόλυμα καυσίμου
気象業務 きしょうぎょうむ

ουσιαστικό

  1. 01 μετεωρολογική υπηρεσία
気温差 きおんさ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφορά θερμοκρασίας, εύρος θερμοκρασίας
気持ちい きもちい

επίθετο

  1. 01 ευχάριστο αίσθημα, αίσθηση ευχαρίστησης, ωραίο συναίσθημα
気管支鏡 きかんしきょう

ουσιαστικό

  1. 01 βρογχοσκόπιο
気候要素 きこうようそ

ουσιαστικό

  1. 01 κλιματικό στοιχείο
気音 きおん

ουσιαστικό

  1. 01 δασύς ήχος, δάσυνση
気象局 きしょうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 μετεωρολογική υπηρεσία, μετεωρολογικός σταθμός
気持ち程度 きもちていど

ουσιαστικό

  1. 01 συμβολικό ποσό, κάτι εντελώς ελάχιστο (ως δώρο ή προσφορά)
気取った きどった

άλλο

  1. 01 επιτηδευμένος, πομπώδης
気が起きない きがおきない

άλλο, επίθετο

  1. 01 χωρίς κίνητρο, δεν έχω όρεξη να κάνω κάτι
気候学者 きこうがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κλιματολόγος
気構える きがまえる

ρήμα

  1. 01 προετοιμάζομαι ψυχολογικά
気をそぐ きをそぐ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκαρδιώνω, αποθαρρύνω, κόβω τη φόρα κάποιου
気合が入る きあいがはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω τα πάνω μου, αποκτώ κίνητρο, εμψυχώνομαι