611 αποτελέσματα για «二»

二国間相互主義 にこくかんそうごしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διμερισμός
二酸化炭素削減義務 にさんかたんそさくげんぎむ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχρέωση μείωσης διοξειδίου του άνθρακα
二酸化炭素削減目標 にさんかたんそさくげんもくひょう

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος μείωσης διοξειδίου του άνθρακα
二酸化炭素排出権 にさんかたんそはいしゅつけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα
二番出世 にばんしゅっせ

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιστές που προσλαμβάνονται πρόσφατα στον δεύτερο γύρο παρουσίασης μετά το μάε-ζούμο
二丁鎌 にちょうがま

ουσιαστικό

  1. 01 δύο δρεπάνια που χρησιμοποιούνται στο οκινάουα κομπουντό
二クロム酸カリウム にクロムさんカリウム

ουσιαστικό

  1. 01 διχρωμικό κάλιο (K2Cr2O7)
二十路 ふたそじ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία είκοσι ετών, η δεκαετία των είκοσι
二化螟蛾 にかめいが

ουσιαστικό

  1. 01 νικαμεγκάι (Chilo suppressalis), ραβδωτό σκουλήκι του στελέχους
二の字点 にのじてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο επανάληψης που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την επανάληψη του προηγούμενου κάντζι (το οποίο διαβάζεται με την ανάγνωση κουνγιόμι)
二値論理学 にちろんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 διτιμική λογική
二次曲面 にじきょくめん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτεροβάθμια επιφάνεια
二次回路 にじかいろ

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον κύκλωμα
二次コイル にじコイル

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον πηνίο
二次電子増倍管 にじでんしぞうばいかん

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλασιαστής δευτερογενών ηλεκτρονίων
二次電流 にじでんりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύον ρεύμα
二枚貝類 にまいがいるい

ουσιαστικό

  1. 01 δίθυρα μαλάκια
二峰性 にほうせい

ουσιαστικό

  1. 01 διμορφικός, διπλόμορφος
二重国籍者 にじゅうこくせきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διπλός υπήκοος, άτομο με διπλή υπηκοότητα ή εθνικότητα
二部上場企業 にぶじょうじょうきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία εισηγμένη στη δεύτερη κατηγορία του χρηματιστηρίου (του Τόκιο)