539 αποτελέσματα για «出»

出すことは舌を出すも嫌い だすことはしたをだすもきらい

άλλο

  1. 01 υπερβολικά τσιγκούνης
出国査証 しゅっこくさしょう

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια εξόδου, βίζα εξόδου
出糸管 しゅっしかん

ουσιαστικό

  1. 01 νηματοφόρο σωληνάριο (μικρός σωλήνας κλώσης σε νηματογόνο όργανο)
出歯鼠 でばねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 αφρικανικό τυφλοπόντικο (οποιοδήποτε τρωκτικό της οικογένειας Βαθυεργίδες)
出国カード しゅっこくカード

ουσιαστικό

  1. 01 κάρτα αναχώρησης, δελτίο επιβίβασης, κάρτα εξόδου από τη χώρα
出定 しゅつじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος από κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης
出し入れ可能媒体 だしいれかのうばいたい

ουσιαστικό

  1. 01 αφαιρέσιμο μέσο αποθήκευσης
出トラヒック しゅつトラヒック

ουσιαστικό

  1. 01 εξερχόμενη κίνηση
出回線 しゅつかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή εξόδου
出側 しゅつがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά αποστολής
出力サブシステム しゅつりょくサブシステム

ουσιαστικό

  1. 01 υποσύστημα εξόδου
出力チャンネル しゅつりょくチャンネル

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι εξόδου
出力ファイル しゅつりょくファイル

ουσιαστικό

  1. 01 αρχείο εξόδου
出力レコード しゅつりょくレコード

ουσιαστικό

  1. 01 εγγραφή εξόδου
出力基本要素 しゅつりょくきほんようそ

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο απεικόνισης, γραφικό πρωτόγονο, πρωτόγονο εξόδου
出力機構 しゅつりょくきこう

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα εξόδου, συσκευή εξόδου
出力手続き しゅつりょくてつづき

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία εξόδου
出力処理 しゅつりょくしょり

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία εξόδου
出力先変更 しゅつりょくさきへんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανακατεύθυνση εξόδου
出力待ち行列 しゅつりょくまちぎょうれつ

ουσιαστικό

  1. 01 ουρά εξόδου