1666 αποτελέσματα για «大»
大葉 おおば
ουσιαστικό
- 01 περίλλα, σισό
- 02 μεγάλα φύλλα, μεγάλο φύλλο
大鎧 おおよろい
ουσιαστικό
- 01 βαριά πανοπλία σε σχήμα κουτιού, ειδικά για χρήση πάνω σε άλογο, ογιορόι
大公国 たいこうこく
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο δουκάτο
大工仕事 だいくしごと
ουσιαστικό
- 01 ξυλουργική, εργασίες ξυλουργού
大女 おおおんな
ουσιαστικό
- 01 τεράστια γυναίκα, γιγάντισσα
大女 だいじょ
ουσιαστικό
- 01 ενήλικη γυναίκα, ώριμη γυναίκα
大戸 おおど
ουσιαστικό
- 01 κύρια είσοδος σπιτιού
- 02 εξωτερικά παντζούρια
大瓶 おおびん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο μπουκάλι
大瓶 たいへい
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο πήλινο σκεύος
大航海時代 だいこうかいじだい
ουσιαστικό
- 01 εποχή των μεγάλων γεωγραφικών ανακαλύψεων
大トロ おおトロ
ουσιαστικό
- 01 λιπαρό κοιλιακό μέρος του τόνου (θεωρείται εξαιρετικής ποιότητας)
大鉈 おおなた
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο στιβαρό μαχαίρι με πλατιά λάμα, που χρησιμοποιείται στην ξυλουργική και στο κυνήγι
大やけど おおやけど
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο έγκαυμα, σοβαρό έγκαυμα
大便 だいべん N1
ουσιαστικό
- 01 κόπρανα, περιττώματα, ακαθαρσίες, κένωση
大恥をかく おおはじをかく
άλλο, ρήμα
- 01 νιώθω μεγάλη ντροπή, νιώθω εξαιρετικά αμήχανα, ταπεινώνομαι, γίνομαι ρεζίλι
大屋根 おおやね
ουσιαστικό
- 01 κεντρική στέγη, σκεπή σπιτιού
大変残念 たいへんざんねん
ουσιαστικό
- 01 βαθιά λύπη, μεγάλη απογοήτευση
大陰唇 だいいんしん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλα χείλη του αιδοίου
大元帥 だいげんすい
ουσιαστικό
- 01 αρχιστράτηγος, γενικός αρχηγός
大政奉還 たいせいほうかん
ουσιαστικό
- 01 αποκατάσταση της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης