594 αποτελέσματα για «天»
天資英邁 てんしえいまい
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά προικισμένος
天賜 てんし
ουσιαστικό
- 01 θεϊκό δώρο, αυτοκρατορικό δώρο
天井川 てんじょうがわ
ουσιαστικό
- 01 ποταμός που η κοίτη του βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από την περιβάλλουσα περιοχή
天然港 てんねんこう
ουσιαστικό
- 01 φυσικό λιμάνι
天然資源保護論者 てんねんしげんほごろんしゃ
ουσιαστικό
- 01 υπέρμαχος της διατήρησης φυσικών πόρων
天然色写真 てんねんしょくしゃしん
ουσιαστικό
- 01 έγχρωμη φωτογραφία
天体写真術 てんたいしゃしんじゅつ
ουσιαστικό
- 01 αστροφωτογραφία
天体崇拝 てんたいすうはい
ουσιαστικό
- 01 λατρεία ουράνιων σωμάτων, αστρολατρεία
天体分光術 てんたいぶんこうじゅつ
ουσιαστικό
- 01 αστρονομική φασματοσκοπία
天長地久 てんちょうちきゅう
ουσιαστικό
- 01 αιώνιος, όσο η γη και ο ουρανός
天頂儀 てんちょうぎ
ουσιαστικό
- 01 ζενιθιακό τηλεσκόπιο
天頂点 てんちょうてん
ουσιαστικό
- 01 ζενίθ, κατακόρυφο σημείο του ουρανού
天津御祖 あまつみおや
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορικός πρόγονος
天日瓦 てんじつがわら
ουσιαστικό
- 01 ωμοπλίνθος, πλίθρα ψημένη στον ήλιο
天日法 てんぴほう
ουσιαστικό
- 01 τενπιχό, μέθοδος ηλιακής εξάτμισης (κατά την παραγωγή αλατιού)
天幕製造人 てんまくせいぞうにん
ουσιαστικό
- 01 σκηνοποιός
天幕造り てんまくづくり
ουσιαστικό
- 01 σκηνοποιός
天道乾 てんとうぼし
ουσιαστικό
- 01 αποξηραμένος στον ήλιο
天下の景 てんかのけい
ουσιαστικό
- 01 κορυφαία θέα, απαράμιλλη θέα
天涯比隣 てんがいひりん
άλλο
- 01 η μεγάλη απόσταση δεν μειώνει το αίσθημα της οικειότητας, η αίσθηση ότι ένα αγαπημένο πρόσωπο που βρίσκεται μακριά ζει στην ίδια γειτονιά