550 αποτελέσματα για «金»
金属化学種 きんぞくかがくしゅ
ουσιαστικό
- 01 κατανομή μεταλλικών χημικών ειδών
金輪王 こんりんおう
ουσιαστικό
- 01 χρυσοτροχοφόρος βασιλιάς-σοφός (αναφέρεται στον τσακραβαρτίν)
金融逼迫 きんゆうひっぱく
ουσιαστικό
- 01 οικονομική στενότητα, κατάσταση περιορισμένης ρευστότητας
金融アナリスト きんゆうアナリスト
ουσιαστικό
- 01 αναλυτής χρηματοοικονομικών
金庫株 きんこかぶ
ουσιαστικό
- 01 ίδιες μετοχές
金時鯛 きんときだい
ουσιαστικό
- 01 κιριτάι (Priacanthus macracanthus)
金融操作 きんゆうそうさ
ουσιαστικό
- 01 χειραγώγηση αγοράς, νομισματική πράξη
金目ペンギン きんめペンギン
ουσιαστικό
- 01 πιγκουίνος με κίτρινα μάτια (Megadyptes antipodes)
金属灰 きんぞくかい
ουσιαστικό
- 01 μεταλλική τέφρα, υπόλειμμα μετάλλου
金鉢 かなばち
ουσιαστικό
- 01 μεταλλικό μπολ
- 02 σιδερένιο κράνος
金剛河豚 こんごうふぐ
ουσιαστικό
- 01 κογκούφουγκου (Lactoria cornuta)
金剛穴子 こんごうあなご
ουσιαστικό
- 01 κοντομύτικο χέλι (Simenchelys parasitica)
金土竜 きんもぐら
ουσιαστικό
- 01 χρυσοτυφλοπόντικας (είδη της οικογένειας Chrysochloridae)
金性 きんしょう
ουσιαστικό
- 01 μονάδα καθαρότητας χρυσού, καράτι
- 02 χαρακτήρας ατόμου που γεννήθηκε υπό το στοιχείο του μετάλλου
金本位制度 きんほんいせいど
ουσιαστικό
- 01 σύστημα κανόνα χρυσού
金箔が剥げる きんぱくがはげる
άλλο, ρήμα
- 01 αποκαλύπτω τον πραγματικό μου εαυτό
金縁証券 きんぶちしょうけん
ουσιαστικό
- 01 χρεόγραφα υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης, ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης
金ざる きんざる
ουσιαστικό
- 01 μεταλλικό καλάθι (για τηγάνισμα κ.λπ.), μεταλλικό κοφίνι
金繕い きんつくろい
ουσιαστικό
- 01 επισκευή κεραμικών με λάκα αναμεμειγμένη με χρυσό, ασήμι κ.λπ.
金砂鉱 きんさこう
ουσιαστικό
- 01 χρυσός προσχώσεων, χρυσός που βρίσκεται σε προσχωσιγενή κοιτάσματα