1588 αποτελέσματα για «一»

一端 いっぱし

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ολοκληρωμένος, πλήρως καταρτισμένος, άξιος, ικανός, έμπειρος, πλήρως ανεπτυγμένος
一敗 いっぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μία ήττα
一週 いっしゅう

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μία εβδομάδα
一文無し いちもんなし

ουσιαστικό

  1. 01 άφραγκος, απένταρος
一時しのぎ いちじしのぎ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινό μέτρο, προσωρινή λύση, μπαλώσιμο, πασαλείμμα
一献 いっこん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα ποτήρι σάκε
  2. 02 ποτό (έξοδος για ποτό, κέρασμα ποτού), μικρή οινοποσία
一石 いっせき

ουσιαστικό

  1. 01 μία παρτίδα (γκου)
一石 いっこく

ουσιαστικό

  1. 01 ένα κόκου (μονάδα μέτρησης)
一時休戦 いちじきゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή ανακωχή, κατάπαυση του πυρός
一人っきり ひとりっきり

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 εντελώς μόνος
一瓶 ひとびん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μπουκάλι
一段上 いちだんうえ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα σκαλί πάνω, ανώτερος
  2. 02 ένα επίπεδο πάνω, λίγο καλύτερος
一押し ひとおし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπρώξιμο
  2. 02 πρόσθετη προσπάθεια, μια ακόμη προσπάθεια
一杯食わす いっぱいくわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαπατώ, κοροϊδεύω, την φέρνω σε κάποιον
一統 いっとう

ουσιαστικό

  1. 01 γενεαλογική γραμμή, καταγωγή, ενοποίηση, όλοι σας
一篇 いっぺん

ουσιαστικό

  1. 01 έργο (π.χ. ποίημα), ποίημα, δοκίμιο, βιβλίο, ιστορία
一限目 いちげんめ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη διδακτική ώρα (π.χ. το πρώτο μάθημα κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας)
一眼 いちがん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μάτι
  2. 02 μονός φακός (ανακλαστική φωτογραφική μηχανή)
  3. 03 ένα μάτι (σε ομάδα πετρών)
一途に いちずに

επίρρημα

  1. 01 ολόψυχα, αφοσιωμένα, ειλικρινά, προσηλωμένα, αποφασιστικά
一遍に いっぺんに

επίρρημα

  1. 01 ταυτόχρονα, με τη μία, με μια κίνηση, με ένα κάθισμα
  2. 02 αμέσως, σε μια στιγμή