556 αποτελέσματα για «上»
上前頭回 じょうぜんとうかい
ουσιαστικό
- 01 άνω μετωπιαία έλικα
上盤 うわばん
ουσιαστικό
- 01 κρεμάμενο τοίχωμα (γεωλογία)
上意討ち じょういうち
ουσιαστικό
- 01 εκτέλεση (κατόπιν εντολής φεουδάρχη)
上皮細胞成長因子 じょうひさいぼうせいちょういんし
ουσιαστικό
- 01 αυξητικός παράγοντας επιθηλιακών κυττάρων, EGF
上告理由 じょうこくりゆう
ουσιαστικό
- 01 λόγος αναίρεσης
上国石 じょうこくせき
ουσιαστικό
- 01 τζοκοκουσεκί (είδος πέτρας που προέρχεται από την περιοχή Τζόκοκου)
上皮組織 じょうひそしき
ουσιαστικό
- 01 επιθηλιακός ιστός
上っ皮 うわっかわ
ουσιαστικό
- 01 εξωτερικό στρώμα (π.χ. του δέρματος), επιδερμίδα, φλοιός, φλούδα, κρούστα, μεμβράνη (στην επιφάνεια ενός υγρού), πέτσα
上層方言 じょうそうほうげん
ουσιαστικό
- 01 ανώτερη κοινωνιολεκτική ποικιλία (ακρόλεκτο)
上層語 じょうそうご
ουσιαστικό
- 01 ανώτερη γλωσσική στρώση (superstratum)
上三角行列 うえさんかくぎょうれつ
ουσιαστικό
- 01 άνω τριγωνικός πίνακας
上達部 かんだちめ
ουσιαστικό
- 01 ευγενείς, αριστοκρατία
上場投信 じょうじょうとうしん
ουσιαστικό
- 01 διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο, ETF
上汁を吸う うわしるをすう
άλλο
- 01 κερδίζω από ξένο κόπο, επωφελούμαι από την εργασία άλλων χωρίς να εργάζομαι ο ίδιος
上汁 うわしる
ουσιαστικό
- 01 διαυγές στρώμα υγρού (στην επιφάνεια σούπας, κ.λπ.)
- 02 το μερίδιο κάποιου άλλου (προμήθεια, κέρδος, κ.λπ.)
上波 うわなみ
ουσιαστικό
- 01 κύμα (στην επιφάνεια του νερού)
上げ劣り あげおとり
ουσιαστικό
- 01 εμφανίζομαι λιγότερο ελκυστικός αφού χτενίσω τα μαλλιά μου προς τα πάνω (κατά την ενηλικίωση)
上げ優り あげまさり
ουσιαστικό
- 01 ομορφότερος μετά το χτένισμα των μαλλιών προς τα πάνω (κατά την ενηλικίωση)
上顎前突症 じょうがくぜんとつしょう
ουσιαστικό
- 01 προγναθισμός της άνω γνάθου
上代特殊仮名遣い じょうだいとくしゅかなづかい
ουσιαστικό
- 01 ειδικοί κανόνες χρήσης των κάνα της περιόδου Νάρα