811 αποτελέσματα για «中»
中国暦 ちゅうごくれき
ουσιαστικό
- 01 κινεζικό ημερολόγιο
中性塩 ちゅうせいえん
ουσιαστικό
- 01 ουδέτερο άλας
中央労働委員会 ちゅうおうろうどういいんかい
ουσιαστικό
- 01 Κεντρική Επιτροπή Εργασιακών Σχέσεων
中物 ちゅうもの
ουσιαστικό
- 01 πράγμα μέτριας ποιότητας
- 02 χαρτί κόγια
中京大学 ちゅうきょうだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τσουκιό
中台 ちゅうだい
ουσιαστικό
- 01 το ακριβές κέντρο της μάνταλα Γκαρμπαντάτου
- 02 πλατφόρμα πάνω στην οποία ανάβει η φωτιά σε πέτρινο φανάρι
中判 ちゅうばん
ουσιαστικό
- 01 μεσαίο μέγεθος, μέγεθος cabinet (στη φωτογραφία)
中胚葉 ちゅうはいよう
ουσιαστικό
- 01 μεσόδερμα
中古文 ちゅうこぶん
ουσιαστικό
- 01 γραπτά κείμενα της περιόδου Χεϊάν γραμμένα με κάνα
中折り なかおり
ουσιαστικό
- 01 διπλωμένος στη μέση
中学校区 ちゅうがっこうく
ουσιαστικό
- 01 σχολική περιφέρεια γυμνασίου
中歯 ちゅうば
ουσιαστικό
- 01 τσούμπα, ξύλινο σανδάλι μέτριου ύψους
中央準備銀行 ちゅうおうじゅんびぎんこう
ουσιαστικό
- 01 κεντρική τράπεζα αποθεματικών
中世語 ちゅうせいご
ουσιαστικό
- 01 ύστερη μεσαιωνική ιαπωνική γλώσσα, μεσαιωνική ιαπωνική γλώσσα
中央労働 ちゅうおうろうどう
ουσιαστικό
- 01 κεντρική επιτροπή εργασιακών σχέσεων
中央演算処理装置 ちゅうおうえんざんしょりそうち
ουσιαστικό
- 01 κεντρική μονάδα επεξεργασίας, CPU
中限り なかかぎり
ουσιαστικό
- 01 παράδοση τον επόμενο μήνα
中菊 ちゅうぎく
ουσιαστικό
- 01 μέτριου μεγέθους χρυσάνθεμο
中選挙区制 ちゅうせんきょくせい
ουσιαστικό
- 01 εκλογικό σύστημα όπου εκλέγονται από 3 έως 5 υποψήφιοι από μία περιφέρεια
中核事業 ちゅうかくじぎょう
ουσιαστικό
- 01 κύρια δραστηριότητα