838 αποτελέσματα για «人»

人前結婚式 じんぜんけっこんしき

ουσιαστικό

  1. 01 μη θρησκευτική γαμήλια τελετή, πολιτικός γάμος
人間生態学 にんげんせいたいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρώπινη οικολογία
人っ子 ひとっこ

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος
人生航路 じんせいこうろ

ουσιαστικό

  1. 01 η πορεία της ζωής κάποιου
人口統計 じんこうとうけい

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστική πληθυσμού, δημογραφικά στοιχεία
人間は万物の霊長 にんげんはばんぶつのれいちょう

άλλο

  1. 01 ο άνθρωπος είναι ο άρχοντας όλων των όντων
人物本位 じんぶつほんい

ουσιαστικό

  1. 01 κυρίως με βάση τον προσωπικό χαρακτήρα κάποιου
人間科学 にんげんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρωπιστική επιστήμη
人生模様 じんせいもよう

ουσιαστικό

  1. 01 πτυχές της ανθρώπινης ζωής, η διαδρομή της ζωής κάποιου
人偏 にんべん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του ανθρώπου (ριζικό 9)
人を見たら泥棒と思え ひとをみたらどろぼうとおもえ

άλλο

  1. 01 μην εμπιστεύεσαι αγνώστους, να υποθέτεις πάντα το χειρότερο για τους ανθρώπους
人身保護 じんしんほご

ουσιαστικό

  1. 01 έφεση για προστασία της προσωπικής ελευθερίας (habeas corpus)
人気抜群 にんきばつぐん

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετική δημοτικότητα
人望家 じんぼうか

ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλής προσωπικότητα
人物経済 じんぶつけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρωπολογία της εργασίας
人気稼業 にんきかぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 επάγγελμα που απαιτεί δημοτικότητα, επάγγελμα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εύνοια του κοινού
人的ミス じんてきミス

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρώπινο σφάλμα
人名索引 じんめいさくいん

ουσιαστικό

  1. 01 ευρετήριο ονομάτων, κατάλογος προσώπων
人口抑制 じんこうよくせい

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος πληθυσμού
人の口には戸が立てられない ひとのくちにはとがたてられない

άλλο, επίθετο

  1. 01 το στόμα του κόσμου δεν κλείνεται, δεν μπορείς να εμποδίσεις τη διάδοση φημών