517 αποτελέσματα για «内»

内閣委員会 ないかくいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 διαρκής επιτροπή υπουργικού συμβουλίου, κοινοβουλευτική επιτροπή για το υπουργικό συμβούλιο
内在化 ないざいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερίκευση
内臓錯位 ないぞうさくい

ουσιαστικό

  1. 01 ετεροταξία
内臓逆位 ないぞうぎゃくい

ουσιαστικό

  1. 01 ετεροταξία (ανωμαλία κατά την οποία τα εσωτερικά όργανα είναι σε αντίστροφη ή ανώμαλη θέση)
内臓逆位症 ないぞうぎゃくいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ετεροταξία
内閣府設置法 ないかくふせっちほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί ιδρύσεως του υπουργικού συμβουλίου
内国法人 ないこくほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 εγχώριο νομικό πρόσωπο, εταιρεία συσταθείσα βάσει της εγχώριας νομοθεσίας
内窓 うちまど

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό παράθυρο
内貿 ないぼう

ουσιαστικό

  1. 01 εγχώριο εμπόριο, εσωτερικό εμπόριο
内借 ないしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κρυφή δανειοληψία, η λήψη δανείου στα κρυφά
  2. 02 προκαταβολή μέρους του μισθού, η λήψη προκαταβολής
内密出産 ないみつしゅっさん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπιστευτικός τοκετός
内因性 ないいんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδογενής, εσωτερικός
内職者 ないしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος κατ' οίκον
内種皮 ないしゅひ

ουσιαστικό

  1. 01 νάισουχι, εσωτερικό κάλυμμα σπέρματος
内部結合 ないぶけつごう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική σύνδεση
内蒙古 うちもうこ

ουσιαστικό

  1. 01 Εσωτερική Μογγολία (Κίνα)
内洋 ないよう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική θάλασσα, κόλπος, κολπίσκος, όρμος
内蔵ハードディスク ないぞうハードディスク

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός σκληρός δίσκος
内蔵HDD ないぞうエイチディーディー

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός σκληρός δίσκος, εσωτερική μονάδα σκληρού δίσκου
内蔵メモリ ないぞうメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός αποθηκευτικός χώρος, εσωτερική μνήμη