539 αποτελέσματα για «出»
出版地 しゅっぱんち
ουσιαστικό
- 01 τόπος έκδοσης
出版地不明 しゅっぱんちふめい
ουσιαστικό
- 01 χωρίς αναγραφόμενο τόπο έκδοσης, sine loco, s.l.
出図 しゅつず
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έκδοση σχεδίου, διάθεση σχεδίου
出荷料 しゅっかりょう
ουσιαστικό
- 01 έξοδα αποστολής
出射 しゅっしゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έξοδος, αποχώρηση (η πράξη της αποχώρησης), εξαγωγή, εκτόξευση
出雲系神話 いずもけいしんわ
ουσιαστικό
- 01 μυθολογία της Ιζούμο
出し店 だしみせ
ουσιαστικό
- 01 πάγκος, περίπτερο
出力細胞 しゅつりょくさいぼう
ουσιαστικό
- 01 φυγοκεντρικός νευρώνας, κινητικό νεύρο, κύτταρο εξόδου, νευρώνας εξόδου
出芽酵母 しゅつがこうぼ
ουσιαστικό
- 01 σακχαρομύκητας (συγκεκριμένα ο Saccharomyces cerevisiae)
出歯る でばる
ρήμα
- 01 συμπεριφέρομαι ανήθικα, επιτίθεμαι (σεξουαλικά) σε γυναίκα
出合い宿 であいやど
ουσιαστικό
- 01 πανδοχείο που χρησιμοποιείται για μυστικές συναντήσεις ερωτευμένων
出ず入らず でずいらず
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 ούτε κέρδος ούτε ζημία, ούτε πάρα πολύ ούτε πάρα λίγο
出展社 しゅってんしゃ
ουσιαστικό
- 01 εκθέτης (εταιρεία που συμμετέχει σε εμπορική έκθεση κ.λπ.)
出来年 できどし
ουσιαστικό
- 01 έτος καλής σοδειάς, καρποφόρα χρονιά, χρονιά παραγωγής κρασιού
出挙 すいこ
ουσιαστικό
- 01 δάνειο με τόκο που χορηγείται σε αγρότες
出国税 しゅっこくぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος αναχώρησης
- 02 φόρος αποχώρησης, φόρος μετανάστευσης, φόρος εξόδου
出ハケ でハケ
ουσιαστικό
- 01 είσοδος και έξοδος από τη σκηνή
出域 しゅついき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 έξοδος (από περιοχή, ζώνη, κ.λπ.), αποχώρηση
出たがり でたがり
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 αυτός που επιζητά την προσοχή, αυτός που επιζητά τη δημοσιότητα
- 02 άτομο που επιζητά την προσοχή, άτομο που επιζητά τη δημοσιότητα
出荷停止 しゅっかていし
ουσιαστικό
- 01 αναστολή αποστολών