518 αποτελέσματα για «外»

外因性 がいいんせい

ουσιαστικό

  1. 01 εξωγενής, εξωτερικός
外堀が埋まる そとぼりがうまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 απαλλάσσομαι από τα εμπόδια που βρίσκονται στον δρόμο για τον στόχο μου
外側広筋 がいそくこうきん

ουσιαστικό

  1. 01 έξω πλατύς μυς
外側翼突筋 がいそくよくとつきん

ουσιαστικό

  1. 01 έξω πτερυγοειδής μυς
外種皮 がいしゅひ

ουσιαστικό

  1. 01 γκαϊσουχί (gaishuhi), εξωτερικό κάλυμμα σπόρου
外国にルーツを持つ がいこくにルーツをもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω καταγωγή από το εξωτερικό (μέσω υπηκοότητας, προγόνων κ.λπ.), έχω ξένη καταγωγή
外傷性 がいしょうせい

άλλο

  1. 01 τραυματικός
外貨準備 がいかじゅんび

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγματικά αποθέματα
外人コンプレックス がいじんコンプレックス

ουσιαστικό

  1. 01 γκαϊζίν κομπλέκς, το υποτιθέμενο αίσθημα κατωτερότητας των Ιαπώνων απέναντι στους ξένους (ιδιαίτερα στους Δυτικούς)
外国の方 がいこくのかた

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αλλοδαπός, ξένος, άτομο με υπηκοότητα άλλης χώρας
外竹 とだけ

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερικό στρώμα μπαμπού ενός τόξου
外洋水 がいようすい

ουσιαστικό

  1. 01 ωκεάνιο νερό, πελαγικό νερό
外製化 がいせいか

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική ανάθεση
外飲み そとのみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έξοδος για ποτό (σε αντίθεση με την κατανάλωση αλκοόλ στο σπίτι)
外傷後ストレス障害 がいしょうごストレスしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διαταραχή μετατραυματικού στρες, μετατραυματική διαταραχή στρες
外膜 がいまく

ουσιαστικό

  1. 01 εξωτερική μεμβράνη
  2. 02 έξω χιτώνας
外部生 がいぶせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής που προέρχεται από ανεξάρτητο σχολείο χαμηλότερης βαθμίδας
外水氾濫 がいすいはんらん

ουσιαστικό

  1. 01 πλημμύρα που προκαλείται από την υπερχείλιση ποταμών (για παράδειγμα από ρήξη αναχωμάτων)
外聴道 がいちょうどう

ουσιαστικό

  1. 01 ακουστικός πόρος, εξωτερικός ακουστικός πόρος, εξωτερικός ακουστικός πόρος (ανατομικός όρος)
外注先 がいちゅうさき

ουσιαστικό

  1. 01 υπεργολάβος, εξωτερικός συνεργάτης